Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Οι βασιλικοί



Γς said

Καλημέρα, καλό μήνα.
1 Σεπτέμβρη, πέρυσι :

«Οι βασιλικοί που ξέχναγα να ποτίζω.
Οι βασιλικοί που φρόντιζε αυτή.
Τώρα κάθε πρωί τους περιποιούμαι πριν φύγω για να πάω κοντά της.
Για να τους βρει σε καλή κατάσταση όταν γυρίσει.
Της μίλαγα πάλι σήμερα. Της έλεγα πόσο την αγαπάω.
Καμιά αντίδραση.

Φεύγει»

Εφυγε στις 26 

Μέταλλα




Γς said

>ο αρχιεπίσκοπος […] Αυτά τα παραδείγματα χαλκεύουν την ψυχή του ανθρώπου
12:
>Κι ο χάλυβας κάνει: που χαλυβδώνουν / ατσαλώνουν την ψυχή.

Τι λέει κι ο κατ επώνυμον αρμόδιος;

Στην ουρά



Γς said
42:
Πιο μοβόρικο αυτό που λέω σε πάσης φύσεως ουρές, όταν μου ζητάνε για κάποιο λόγο να περάσουν μπροστά μου.

-Θα περάσεις πάνω απ το πτώμα μου!


Και μέχρι να πάρουν χαμπάρι ότι κάνω πλάκα…
οι διπλανοί μου ιδίως.

Η γουρούνα





Γς said

Τώρα που μπήκα και βλέπω ότι έχετε φτάσει στις γουρούνες, να μην το ξεχάσω:

Που προχτές ένας χοντρούλης, περίπου συνομήλικος, κάνει τσάρκα στη Μαραθώνος πάνω σε μια γουρούνα.
Και στα φανάρια στο Πικέρμι βρεθήκαμε δίπλα δίπλα.

Κοιτάζω για το πράσινο πότε θ ανάψει και νομίζει ότι χαλβαδιάζω τη γουρούνα του και παίρνει ένα σοβαρό χαζοχαρούμενο ύφος.

-Τι σου’ χε τάξει ο μπαμπάς και δεν στο πήρε;


Δεν μου απάντησε

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Το σαμιαμίδι



Γς said
64, 119, 123:
> είχα εξολοθρεύσει πάνω από 20 σαμιαμίδια


Γιατί μωρέ; Ψυχούλα έχουν κι αυτά.
Ασε που παίζει και το ενδεχόμενο τα ανθρώπινα όντα να μπορούν να ενσαρκωθούν ως ζώα σε μια μελλοντική ζωή. Οπότε την έχεις βάψει!

Μια ζωή με φώναζαν, στην κουζίνα ιδίως, για να σκοτώσω το θεριό. Τα χαριτωμένα σαμιαμιδάκια.
Τα μετέφερα με προσοχή στα λουλούδια.

Η τελευταία μου τέτοια επιχείρηση διάσωσης ήταν προχτές, όταν ανακάλυψα ένα σχεδόν πεθαμένο σαμιαμιδάκι να αγωνίζεται μέρες ίσως να βγει από ένα μακρόστενο βάζο που είχε εγκλωβιστεί.
Μετέφερα το αδυνατισμένο και αφυδατωμένο ερπετό σε μια υγρή παραδεισένια γλάστρα με μπόλικη πρασινάδα.
Λέτε να προσημείωσα καμιά σχετική υποθήκη;

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Πάμε Παραλία;


Γς said
32:
>Φυσικά η γαλλική λέξη rivière προφέρεται ριβιέρ, αλλά σημαίνει ποτάμι. Πολύ σπάνια απαντά, υπό την επίδραση των ιταλικών, και με τη σημασία της παραλίας

Και θυμήθηκα πως κι η Ν. Ελβετία, του Βύρωνα είχε κι αυτή την Ριβιέρα της. Την παραλία της.
Ηταν η όχθη του ρέματος «Πήδημα της Γριάς» που υπήρχε εκεί που σήμερα είναι η Πάρκγουέι(!) Καραολή και Δημητρίου.
Μερικά σπίτια μόνο υπήρχαν και το καλοκαιρινό σινεμά Αύρα.
Πρέπει να ήταν και περατσάδα, πασαρέλα, νυφοπάζαρο, ρε παιδί μου.
Ο Γς ήταν πολύ μικρός για να τρέχει εκει πέρα για το φουστάνι, αλλά τις άκουγε που λέγανε:
-Κορίτσια πάμε Παραλία;

Παραλία που δεν πήγαινε πουθενά. Σήμερα που μπαζώθηκε και φύτεψαν και μερικά δέντρα. έγινε λεωφόρος που πάει στον Καρέα και την Αττική Οδό και στη Ραφήνα και στην Ελευσίνα και στο Αεροδρόμιο. Παντού.
-Κορίτσια πάμε Παραλία;
Αχ, δεν υπάρχουν πια τέτοιες,

Οχι βέβαια παραλίες…

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Το μαμούνι


Γς said


Διαβάζω το κείμενο και βλέπω ένα κόμμα, μια τελεία ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, που δεν είχα πληκτρολογήσει.
Και ξαφνικά άρχισε να προχωράει. Το κόμμα, η τελεία. Το μαμούνι.
Ενα μικρό μαμουνάκι. 
Που βρέθηκε τέτοια ωρα, έξω, δω πάνω στην οθόνη, μακριά απ το τσαρδί του και τους δικούς του;

Σουλατσάρει τώρα. Και πήρα μια φωτό της οθόνης με το PrtSc νομίζοντας ότι θα είναι κι αυτό μέσα. Οχι βέβαια.

Μα έχει τόσο γούστο! Να το βλέπατε που πηγαίνει πέρα δώθε, πάνω κάτω. Τυχαία. Μια Brownian Movement.
Και δεν κατάφερα να το φωτογραφήσω. Πόσο μάλλον να καταγράψω το σουλάτσο του.
Και τίποτα δεν θα μείνει από την εφήμερη ζωούλα του.

Ακόμα περπατάει.
Σαν να με σνομπάρει. Ή καλύτερα για να είναι φυσικό και ακομπλάριστο το περφόρμιν αρτ του.

Σιγά μην έχει πάρει χαμπάρι ότι το παρατηρώ και σας το περιγράφω LIVE


Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το μπουζί



Γς said


Και πήγα χθες το απόγευμα στους Χαιρετισμούς.

Εριξα γρήγορα μισό ευρώ στο παγκάρι και δυο τρία κεριά στο πάτωμα, πάνω στη φούρια μου ν ανάψω κανα μπουζί [όπως λέμε εμείς οι γαλλομαθείς το κερί] και να πάω να βρώ καρέκλα, κάθισμα, στασίδι να καθίσω.

Τελικά βρήκα δύο άδεις καρέκλες και κάθισα στη μία. Στο τσαχ πρόλαβα, με φωτο φίνις, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που κατευθυνόταν κι αυτό εκεί.
Κάθισε το γεροντάκι κι εγώ έκανα το κορόιδο για τη κακομοίρα τη γιαγιά που τον άφησε κι έφυγε. Ηρθε όμως να τον δει πως ήταν αρκετές φορές.

Αυτό που παρατήρησα ήταν ότι δεν σηκώθηκε ο παππούς ούτε μια φορά, ενώ εγώ είχα το νου μου και μόλις το εκκλησίασμα σηκωνόταν, όρθιος κι εγώ, σαν να το έκανα από μόνος μου.

Ντάξει, καλά ήτανε, λέμε τώρα, άκουσα και το Τη Υπερμάχω κανα δυο φορές.

Ψιλοβαρέθηκα όμως και την έκανα προς το τέλος, με ελαφρά πηδηματάκια…

Ηταν μωρέ κι αυτός απέναντι που με κοίταζε βλοσυρά και καχύποπτα όλη την ώρα.

Δεν τον ήξερα, πρώτη φορά τον έβλεπα:

Ο Αγιος Αλέξανδρος σε μια μεγάλη εικόνα.

[Ο Μέγας Αλέξανδρος σε μια άγια εικόνα, δεν πάει ε;]