Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Πολυκατοικίες




Γς είπε

Δεν θυμάμαι να είχαμε ειδική λέξη για τις “πολυκατοικίες” που ήταν γεμάτος ο Βύρωνας κι η Καισαριανή τότε.
Μια αυλή. Τενεκέδες με χώμα και βασιλικούς. Περικοκλάδες και κληματαριές. Δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο. Δωμάτιο και οικογένεια. Κοινή τουαλέτα. Α, και καμιά φορά το γνωστό πηγάδι με το μαγγάνι στη μέση της αυλής.

Είδα τις προάλλες τη Φωφώ. 50 με 60 χρόνια που είχα να τη δω. Είχε και μία αδελφή. Δεν την ρώτησα αν ζεί.
Γι αυτές τις δύό στα Δεκεμβριανά ο πατέρας τους κοίταζε τις πολυκατοικίες στο Λυκαβηττό, στο Κολωνάκι και έλεγε στον πατέρα μου.

-Που θα πάει; Θα τις προικίσω

Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ



Γς είπε


Καθηγητής μου, στο καθολικό λύκειο. 

Και να πεις ότι δεν τον είχα δει; Τον είχα δει στη τιβί να είναι στη σειρά με τους άλλους στο Ελ Βενιζέλος στην υποδοχή του προηγούμενου Πάπα [προπροηγούμενος πλέον   Ιωάννης Παύλος ΙΙ ]

Πέρασε μπρος απ όλους ο ποντίφικας. Του έλεγαν το όνομα τους κι αυτός τους απαντούσε “Benedictus-Ευλογημένος” ή κάτι τέτοιο.
Μετά από χρόνια τον ξαναβλέπω πάλι στην τιβί να αναφέρεται στην ιστορική αυτή συνάντηση:
-Μόλις με βλέπει ο Πάπας μου είπε “Εχω διαβάσει το βιβλίο σας. Συγχαριτήρια” και εγώ του είπα ότι έχω εκδώσει και το δεύτερο τόμο τον οποίο θα του αποστείλω.

Αλήθεια σας λέω

========================
Στο 9:34 του παραπάνω βίντεο βλέπω αριστερά έναν παλιό γνώριμο. Τον πρώην βουλευτή Κ. Πυλαρινό. Ηταν νεαρό στέλεχος της ΕΡΕΝ (νεολαίας της ΕΡΕ) τότε το 1963, που παρασυρμένος εγώ σε πατριωτικές δήθεν παρέες, με πιάνει και μου λέει:
-Μικρέ μακριά από δαύτους. Είναι φασίστες.
Δεν τον ξαναείδα τα επόμενα 50+ χρόνια κι ούτε ξέρω τι καπνό φουμάρει. Του είμαι όμως ευγνώμων.


Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Μολυβένιες σφραγίδες



Απ όλα είχε ο στίβος μαςστο παλιό λατομείο της γειτονιάς μας στο Βύρωνα. Το νταμάρι

Ενα σκάμμα με κοσκινισμένο χώμα για άλματα απλούν και τριπλούν και εις ύψος.
Και για ρίψεις. Αυτοσχέδιο ακόντιο και σφαίρα (κοτρώνα). Δίσκο δεν είχαμε αλλά κάτι θα βρίσκαμε.
Προηγείτο η κατασκευή μιας καθώς πρέπει σφαίρας αντί της κοτρώνας.
Και είχαμε πάρει απόφαση να την φτιάξουμε μολυβένια.
Θα βάζαμε μέσα στο χώμα ένα τόπι και θα το γεμίζαμε με λειωμένο μολύβι.
Και βαλθήκαμε να μαζέψουμε το μολύβι. Από τους μετρητές νερού της Ούλεν που ήταν στη σειρά στα πεζοδρόμια.
Ανοίγαμε το καπάκι και περιστρέφαμε την μολύβδινη σφραγίδα μέχρι να κοπεί απ το μετρητή.
Δεν είχαμε αφήσει σφραγίδα για σφραγίδα στη γειτονιά, στο βύρωνα στον Υμηττό.
Κι όμως το τόπι δεν έλεγε να γεμίσει.
Κι ένα μεσημέρι μαζευτήκαμε με τα τενεκεδάκια μας (του γάλακτος) που βάζαμε τις σφραγίδες της ημέρας.
Τις ρίξαμε κι αυτές μέσα στο τόπι και είδαμε ότι δεν γέμισε ακόμα. Ηθελε λίγες ακόμη μολυβένιες σφραγίδες,
Κι απάνω που είχαμε τις μαύρες μας πλάκωσε κι ο Σωτηράκης. 

-Μπά τι είναι αυτή;
-Ποια ρε;
-Η μπάλα.
-Τόπι είναι ρε κεφάλα.

Και σηκώθηκε να αποκρούσει τη βολίδα του Σωτηράκη.
Ναι, πήρε φόρα ο Σωτηράκης και σουτάρησε.

Εδωσε μια ξεγυρισμένη κλωτσιά στο μεγαλούτσικο τόπι, που δεν κουνήθηκε καθόλου!  Εντελώς αναίσθητο στον πόνο του Σωτηράκη που σφάδαζε. 

Η αλάνα μας


Τι χρόνια κι εκείνα με το ποδόσφαιρο.
Ποδόσφαιρο αλλά με τι μπάλα;
Μια μπάλα ποδοσφαίρου που είχα κερδίσει από τα χαρτάκια (λοταρία) αποδείχτηκε άχρηστη, ψεύτικη.
Κι έτσι παίζαμε με την μπάλα του Σωτήρη. Δηλαδή παίζαμε τον Σωτήρη από ανάγκη.
Τον ανεχόμασταν χάρη στη μπάλα του.
Και να ήταν μόνο που αναγκαστικά έπρεπε να είναι στη σύνθεση της μιας των δύο ομάδων;
Ηθελε και καλή θέση. Μας έπρηζε και τα ούπαλα. Αν δεν τον αφήναμε να βάζει γκολ, έπαιρνε την μπάλα του κι έφευγε.

Όλα αυτά στην αλάνα μας, Το νταμάρι, το παλιό λατομείο της γειτονιάς μας.
Τότε αναγκαστικά το ρίχναμε στον κλασικό αθλητισμό που ήταν και της μόδας τότε.
Δεν θα το πιστέψετε αλλά κάναμε και κόντρες με άλλες γειτονιές.
Είχαμε τρέξιμο. Κι ένα σκάμμα με κοσκινισμένο χώμα για άλματα απλούν και τριπλούν και εις ύψος.
Α, και ρίψεις. Αυτοσχέδιο ακόντιο και σφαίρα (κοτρώνα). Δίσκο δεν είχαμε αλλά κάτι θα βρίσκαμε.

Προηγείτο όμως η κατασκευή μιας καθώς πρέπει σφαίρας αντί της κοτρώνας.

Μπάλα ποδοσφαίρου



Γς είπε
>όπως λέγαμε μικροί ότι “τύχαμε” τον Κολοκοτρώνη ή τον Πελέ στα χαρτάκια
Ο κυρ Νίκος και τα ψιλικά του. Δίπλα στο φούρνο του Νατσούλη, που στη γωνία ήταν το μπακάλικο του Νισάγκα, το καρβουνιάρικο πιο πέρα και ο παγοπώλης (Πάγος, όχι παγωτό).
Μαζί με τα χαρτάκια, είχε και κάτι λότους, με πολλά δώρα και μια μπάλα ποδοσφαίρου!
Αυτήν είχα βάλει στο μάτι 7-8 χρονών και να ο ένας λότος μετά τον άλλο. 500 δρχ (της εποχής) ο ένας. (όσο ένα κουλούρι).


Μέχρι που μια μέρα την πέτυχ
α: ‘Μία μπάλα ποδοσφαίρου’, έγραφε το χαρτάκι μέσα στο λαχνό.
Θυμάμαι τον κυρ Νίκο να το παίρνει, να βάζει τα γυαλιά του, να το διαβάζει, να τρέμουν τα χέρια του και να μου δίνει μία … σφυρίχτρα.

Και ποιος είδε το θεό και δε φοβήθηκε. Του έκανα καλοκαιρινό το ψιλικατζίδικο. Εφυγα φωνάζοντας ότι θα ξαναγυρίσω με όλους τους δικούς μου. (συμμορία γειτονιάς των έρλι φίφτιζ) πολύ άγρια πράγματα.


Δεν τους βρήκα και πέρασα από το σπίτι. Και τι βλέπω. Μια μπάλα ποδοσφαίρου!


-Την έφερε ο κύριος Νίκος.


Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Tales of Two Streets


Πάει και τελείωσε μια μέρα απ αυτές θα περάσω να βγάλω καμιά τετρακοσαριά φωτογραφίες της οδού Βουλής, όπως έκανα και της άλλης. 


Πρώτα πρώτα όμως να τελειώνουμε  με τα συναισθηματικά  μας. Προσωπικές ιστορίες της μιάς και της άλλης:
Εβγαζα φωτογραφίες και έπαθα τη πλάκα μου στην τυφλή διασταύρωση  (Τ) Φωκίωνος και Περικλέους. Εκεί που έπρεπε ο Δήμος Αθηναίων να έχει αναρτήσει μαρμάρινη πλάκα που να λέει ότι εκεί η δικιά του φίλησε τον Κάκτο-Γς για πρώτη φορά πριν 55 σχεδόν χρόνια. Αντ αυτής σαχλά γκράφιτι.


Αμ και πιο πάνω στην Διασταύρωση της με την Λέκκα (στα αριστερά) είναι ένα ξενοδοχεό. Δεν ξέρω αν ακόμη το λένε έτσι αλλά θυμήθηκα ότι ξενύχτισα περιμένοντας μια νεαρή ξένη κυρία να βγει έξω, όπως είχαμε συμφωνήσει. 



  Δεν το κατόρθωσε όμως διότι ο γηραιός σύζυγος μας είχε πάρει πρέφα. Κι όχι τίποτα άλλο δεν είχαμε προλάβει να ανταλλάξουμε διευθύνσεις τηλέφωνα και τέτοια.
Ετσι το πρωί την έβαλε σε ένα ταξί με όλους τους κανόνες ασφαλείας για το αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Και καλά εκεί στη μεγάλη αίθουσα ήταν ο Κάκτος-Γς που κρατούσε μια μικρή βαλίτσα και το διαβατήριο στο χέρι σε ένα παγκάκι μπρος το σημείο που θα κάνανε τσεκ ιν.
Αν  σας πω ότι με ρώτησε μερικά πράγματα που εγώ τάχα μου έκανα ότι δεν ήξερα και όλο απρόθυμα απαντούσα  με το “α μπέγκ γιορ πάγντον” με γαλλική ακσάν
Τελικά σηκώθηκε και πήγε να λύσει της απορίες του στο κισέ. Ενώ η κυρία που φύλαγε τις αποσκευές τους  μου πέρναγε όλες τις σχετικές πληροφορίες.

Αμ και στη Βουλής τι να πρωτοθυμηθώ.
Ηταν τότε που έτρεχα με την ψυχή στο στόμα να την δω όταν σχολούσε,
Κι εκείνη την ημέρα μπήκα σε ένα δισκάδικο στην Bουλής [ρε μπας και ήταν δίπλα; Στην οδό Νίκης;] να της πάρω το Μάι χαρτ μιλόνγκς του ντάντι.


Μόλις της το έδωσα έπαθε την πλάκα της. Τι θα έλεγε στη μάνα της.
-Πες της πως το αγόρασες.
-Μα στοιχίζει ακριβά.
-Ναι ε;
Και τραβάω μια στο 45άρι και το κάνω δυο κομμάτια.
-Αρχισε απ αυτό το μισό.






Τροφος




Γς είπε

7: Τροφός.
Σίγουρα μας αντιμετώπιζαν διαφορετικά αυτοί που ήξεραν. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Ο Γιάννης ήταν κάτι ξεχωριστό για μένα. Όπως κι εγώ γι αυτόν. Χαθήκαμε μετά το νηπιαγωγείο. Που είναι και τι έγινε είναι πολύπλοκη ιστορία. Χωρίς μητέρα και αλλοδαπό πατέρα της κατοχής, που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτόν. Όπως ο άλλος πατέρας του άλλου φίλου μου.[που κάτι είχα γράψει γι αυτόν].

Αργότερα , πολύ αργότερα έμαθα ότι επέζησε και χάρη στη μάνα μου, που μας θήλασε σαν αδέλφια.

Καραγιώργη Σερβίας, Περικλέους, Αθηναϊδος, Αγίας Ειρήνης



ΕΦΗ ΕΦΗ είπε
136. Σταυρούλα
>Καραγιώργη Σερβίας, Περικλέους, Αθηναϊδος, Αγίας Ειρήνης

139. Γς
>> Φωτογραφημένη όλη. Μέτρο μέτρο από πάνω έως κάτω



[...]
Δ ρ ό μ ο ι
Φώτα χλωμά, θαμπά, μισοσβησμένα τα πεζοδρόμια ξέφτια του καιρού εδώ κι απέναντι σκουπίδια στιβαγμένα χαρτόκουτα,μπουκάλια του νερού με κατακάθια του καφέ περιλουσμένα.


Λερές βιτρίνες άδειες σκονισμένες τί τάχα ήταν εδώ και τί εκεί με τί πραμάτειες λάμπαν στολισμένες και τις λαχτάριζαν ουρά οι περαστικοί στις μέρες ξεγνοιασιάς τις περασμένες

Δυο σκαλωσιές στέκουνε χρόνια ξεχασμένες απ το σεισμό θα τις αφήσανε, μπορεί. των μπαλκονιών οι σιδεριές έρμες, γδαρμένες μαίανδροι, ρόδακες και έλικες σγουροί πάνω μου κρέμονται, δαντέλες σκουριασμένες

Παρασκευή και Μάρτης και βραδάκι στου κέντρου τις αλέες τις παλιές Αγιας Ειρήνης, Αθηνάς, Μοναστηράκι να βλέπεις να θυμάσαι και να κλαις ανθρώπων έργα να τα τρώει το σαράκι.
Κατέβαινα σκυφτά την Περικλέους, Έχει λακούβες η οδός του κλέους.
Ρόμβης Κλειτίου Κολοκοτρώνη
Αγίου Μάρκου προς Βορέου κι Αθηνάς
Ξάφνου ο ήχος μιας καμπάνας ξετρυπώνει
Καπνικαρέα- Χαιρετισμοί-μην προσπερνάς. Ακάθιστος ο Ύμνος που λυτρώνει,
μα στα σκαλιά, γροθιές στα μάτια μου γυμνές
των άστεγων κουβάρι οι στρωμνές.


ΕΦΗ ΕΦΗ






Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Immunity


  Και πήγα χτες το απόγευμα στο Βιβλιοπωλείο της Πλατείας  εδώ στην ... πλατεία για να πάρω το βιβλίο που λέγαμε.
Κι όπως με είδε ο φίλος μου ο Δημήτρης, έτσι ξαφνικά που μπούκαρα, προσπάθησε να θυμηθεί ποιο ήταν το βιβλίο που του είχα παραγγείλει..

-Πως το είπαμε; Α, ναι.  Το Χάρμπουγκερ! Εδώ το έχω. Και  μου το έβαλε σε μια νάυλον σακουλίτσα, γελώντας.

Κι ένας πελάτης σαστισμένος προσπάθησε να δει τι έβαλε μέσα στη σακούλα. Απέναντι από το φασφουντάδικο Εβερεστ.


Κι ήταν και ένα άλλο φασφουντάδικο στο MD Anterson.
Εμπαινα και για πλάκα έλεγα στους ψήστες: 

-Γουέρ ιζ μάι χάμπουργκερ;

Τα χάνανε στην αρχή, μιας και δεν είχα παραγγέλλει κανένα χάμπουργκερ, αλλά μετά με συνήθισαν.  Απέκτησαν ανοσία.
Φρόντιζα όμως που και πού, μετά από χρόνια να τους συντηρώ αυτήν την ιμιούνιτι με αναμνηστικές δόσεις:
Κάθε φορά που ξαναγύριζα στο Χιούστον:

-Where is my hamburger?

Η ίδια πάντα έκπληξη και τα ίδια γέλια μετά…


Μοργκεντάου


13: Πάνος Με Πεζά είπε


>η πιο περίεργη αθηναϊκή οδός που έχω αναζητήσει είναι η οδός Μοργκεντάου, στο Βύρωνα.

Μοργκεντάου και το μπλόκο του Βύρωνα.

Ο Γς ήταν μόλις 2 μηνών όταν οι Γερμανοί και ταγματασφαλίτες έστησαν στον μαντρότοιχο του παιδικού σταθμού του Μοργκεντάου στη Χρ. Σμύρνης και εκτέλεσαν αθώους Βυρωνιότες. Για να αποφύγουν τους γερμανούς που έψαχναν τα σπίτια πολλοί εκείνη τη μέρα έτρεξαν προς τα βουνά γύρω.
Ο πατέρας μου είχε κρυφτεί πάνω απ το νταβάνι κάτω απ τα κεραμίδια.

Και κάποια στιγμή οι Γερμανοί, που έβλεπαν ότι μεγάλωνα τα μάζεψαν και φύγανε πριν γίνω 6 μηνών.

Κι ούτε που ήξερα την οδό Μοργκεντάου, ούτε το σχολείο εκεί. Αλλά όλοι περιμέναμε στο νηπιαγωγείο της κυρα Ρίτας να έρθει το ζεστό “γάλα από του Μοργκεντάου”, που προφανώς το ετοίμαζαν εκεί.

Η τριανταφυλλιά


Μόλις ξύπνησα με μια γλάστρα τριανταφυλλιάς στα χέρια. Την ακούμπησα κάπου πρόχειρα στο κρεβάτι και πήγα για τσίσα μου.
Όταν γύρισα είχε γίνει άφαντη. Η πλάκα είναι ότι έψαχνα να την βρω. Εψαξα παντού μέχρι και στην κουζίνα.
Τώρα όμως ξύπνησα για καλά και πίνω το καφεδάκι μου.





Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το μετέωρο βήμα του πελαργού

Γς είπε


56:
Αργόσχολε, μΠαοκτζής είσαι; Τι Μπόλη και Μπόλη;
Πόλη είναι!
Και μια που ανέφερες για τον Αυγουστίνο Καντιώτη και τις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού:
>Υποθέτω ότι η πρώτη εμφάνιση θα είναι γύρω στο 1945-49
θυμάμαι που μου έλεγε ο πατέρας μου ότι τα χρόνια εκείνα του εμφύλιου και της παντοδυναμίας της Φρειδερίκης ο Καντιώτης θέλοντας να τονίσει την ματαιότητα αυτού του κόσμου, έλεγε από τον άμβωνα:
-Κι αυτήν ακόμα τη Φρειδερίκη σκουλήκια θα την φάνε!
Πάντα προβλήματα δημιουργούσε με κάθε αρχή.
Είχα κι έναν μουρλό ξάδελφο που ήταν οπαδός του και μου έδινε την “Σπίθα” που έβγαζε ο παπούλης. Εκεί να δείτε! Τα έβαζε με τους πάντες.
Κι άλλη μια πλακούλα: Ηταν κι ένας άλλος, συνάδελφός μου, στενός οπαδός του. Θεούσος.
Ολοι τον σεβόντουσαν και τον υπολήπτοντο. Πλην εμού φυσικά, που του δοκίμαζα τα ηθικά όριά του ποικιλοτρόπως και επί καθημερινής βάσεως. [Βάσεως. Χρόνια κι εκείνα. "–Είμαι της γνώμεως" η φίλη μου η Σοφία Κ. στο ίδρυμα που λέμε].
Ο Καντιωτικός λοιπόν αυτός συνάδελφός μου μη δυνάμενος να αντέξει την ανηθικότητα της πόλης μας και τον συγχρωτισμό του ίσως με άτομα του επιπέδου μου, εγκατέλειψε τα επιστημονικά και μετακόμισε στην Φλώρινα κοντά στο Δεσπότη. Μαζί με την θεοσεβούμενη γυναίκα του και τα 5 μικρά παιδιά του.
Και ξαφνικά μαθαίνω ότι το ηθικό αυτό πρότυπο, την έκανε για Ολλανδία. Σερσέ μια μικρή Ολλανδέζα μετά της οποίας έκανε γκεζί, δύο κουτσούβελα και μια νέα (χριστιανική βεβαίως) οικογένεια.





Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Το πράσινο γαϊδουράκι




Ο συμφοιτητής μου ο Θανάσης ήταν ο ένας από τους τρεις φίλους μου που αυτοκτόνησαν.  
Δεν ήταν όμως μόνο και ζωγράφος.  Εβλεπε  και μπροστά.  
1970 και ονειρευόταν transgenic οργανισμούς.

Είχα αρχίσει τα πειράματα στο εργαστήριο φωτοσύνθεσης και μου έφτιαξε έναν θαυμάσιο πίνακα.

Ένα γαϊδουράκι σε ένα υπέροχο μπακγκράουντ.  Ένα καταπράσινο γαϊδουράκι που του είχαν εμφυτεύσει χλωροπλάστες και δεν είχε ανάγκη από σανό. Φωτοσύνθετε .  

Το αρνάκι




, που ήταν κατσικάκι.
Ετσι το έλεγε.  Αρνάκι.
Και πως το απέκτησε; Το έκλεψε!

Ηταν μεγάλη εβδομάδα. Γυρίζαμε από κάπου όταν είδαμε κόσμο μαζεμένο στην Κατεχάκη-Αλίμου, στο Βύρωνα εκεί στη διασταύρωση του Αί Γιώργη του Κουταλά προς το στρατόπαιδο Σακέτα.
Σφάζανε αρνιά και κατσίκια για το Πάσχα.  Απορούσα πως είχαν στήσει αυτό το παράνομο σφαγείο.  Δεν ήταν και το καλύτερο θέαμα.  Μπήκα πάλι στο αυτοκίνητο για να φύγουμε, όταν βλέπω την κόρη μου μέσα με ένα κατσικάκι.

-Γρήγορα! Πάμε να φύγουμε.
-Μα, να το αγοράσουμε αν το θέλεις.
-Πάμε να φύγουμε! Ετρεμε με αυτά που είχε δει.

Το πήραμε κι έγινε το ζωτανό που έσωσε απ την σφαγή κάτι σαν κατοικίδιο παρέα με τη σκύλα μας την Λίζα.
Μέχρι που αρρώστησε και …
Της είπα ότι το έδωσα στη φίλη μου την Ολγα τη συνάδελφο της Ζωικής Παραγωγής, που το έδωσε στο φίλο της τον Θωμά, που το πήγε στη στάνη του πάνω στον Παρνασό.  Παρέα με τα άλλα κατσικάκια στον καθαρό αέρα.  Και έγινε καλά.  Και μια μέρα θα πάμε να το δούμε.


Κι αν περάσει ποτέ η κόρη μου από εδώ, θέλω να ξέρει ότι αυτή είναι η αλήθεια, που νομίζει ότι έπαθε κάτι το αρνάκι της, ουπς το κατσικάκι της.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Bank teller



Γς είπε
 11:
>Τώρα την “Εμπορική” την καβάτζωσε ο έτερος καλαματιανός.
(και τις επισφάλειές της εμείς)

Και πέρασε η Εμπορική στην Αλφα μπανκ, που άφησε το κατάστημά της και ήρθε σ αυτό της Εμπορικής. Πάω κι εγώ και βλέπω τους λογαριασμούς μας στην Α. και την Ε. όλους μαζί εκεί.
Ηθελα α στείλω 400 ευρά σε κάποιον και είπα στην υπάλληλο από ποιον λογαριασμό να τα πάρει.
Και μετά 2-3 βδομάδες με παίρνει τηλέφωνο αυτός ο κάποιος ότι δεν έχει πάρει φράγκο.
-Μα σου τα έστειλα. Εχω και την απόδειξη. Στάκα να την βρω και σε παίρνω πίσω.
Και την βρήκα την απόδειξη που έδειχνε πράγματι ότι πήρε 400 ευρωπουλάκια από τον λογαριασμό που της υπέδειξα.
Τα είχε στείλει όμως στον άλλο λογαριασμό μου, της κάρτας μου.
Κι όχι τίποτα άλλο. Είχα δει κάτι παραπανήσια λεφτά και νόμισα ότι ήταν τίποτα αναδρομικά από το επικουρικό μου, που δεν μου είχαν στείλει ακόμη και τα τίμησα δεόντως!

Αχ, αυτή η τέλερ! Στο ύψος του άλλου συναδέλφου της.

Μεγάφωνα


Γς είπε
Α, έχει παραγίνει το κακό.
Και καλά την μεγάλη εβδομάδα. Σήμερα όμως είναι η τρίτη μέρα του Πάσχα και δεν έχουν σταματήσει τα μεγάφωνα της εκκλησίας απέναντι. Από τα χαράματα μέχρι πριν μια ώρα. Κι απάνω που είπα δόξα σοι ο Θεός, ξανάρχισαν. Πήρα τηλέφωνο. Τώρα:

-Χριστός Ανέστη. Ονομάζομαι έτσι και μένω απέναντί σας. Θέλω να σας πω ότι αυτό που κάνετε δεν είναι καθόλου χριστιανικό. Δεν υπάρχει άλλωστε και κόσμος έξω για ν ακούσει την λειτουργία απ τα μεγάφωνα.

-Μα δεν είναι λειτουργία κύριε. Κηδεία είναι.

-$#%^(+Ι(()()&^% [κάτι για Downloads (καντήλια και τέτοια)]


Πασχαλινό τζάκι



Πω πω, Πασχαλιάτικα κι ανάψαμε τζάκι. Στου κουμπάρου μας. Απέναντι από την Ελένη των αρχαίων, τη μακριά νήσο, την Μακρόνησο.  Ηταν κι η μαμά η κυρα Φλώρα η Σαντορινιά κι είπαμε και δυο κουβέντες για την καλντέρα
Αυτό ήταν σίγουρα που πριν λίγο βρεθήκαμε στο επικίνδυνο  σημείο  της ανάβασης σε κάτι βουνά.  Ημουν τελευταίος . Ολοι είχαν περάσει, κυρά, παιδιά κουμπάροι. Και μόλις πήγα να ανέβω κι εγώ άρχισαν να ξεκολλούν δυο τρεις πέτρες  και μετά να αχρηστεύεται το πέρασμα.
Και να με βλέπω να τρέμω πάνω στο γκρεμό  ανήμπορος να βοηθήσω τα παιδιά που προσπαθούσαν να κατέβουν.
Αλλά και τα όνειρα έχουν τα όριά τους. Εσείς τι θα κάνατε όταν βλέπατε τον μεγάλο μου να γλιστράει και να σέρνεται πάνω στα βράχια;
Δεν θα ξυπνάγατε;



Ε, ξύπνησα λοιπόν και όλοι μαζί βρεθήκαμε να περπατούμε σ  ένα καταπράσινο λιβάδι  δίπλα σε μια λιμνούλα και στο βάθος τα χιονισμένα (Ελβετικά σίγουρα) βουνά. (εδώ μουσική γέφυρα.  6η, Ποιμενική)
Και μετά, και μετά όλοι σ ένα μακντόναλ παιδικό και γραφικό. Και σιγά μην καθόταν κι ο Κάκτος εκεί (Αν ήταν όμως KFC;).
Πετάχτηκα στο σπίτι.

Σπίτι; Ποιο σπίτι;
Στην αρχή είδα τους μεντεσέδες στην είσοδο. Κάποιος τους είχε πάρει την πόρτα. Και μέσα κι άλλοι μεντεσέδες χωρίς πόρτες.  Και τα παράθυρα.  Είχαν κλέψει όλα τα κουφώματα.  Και τις τηλεοράσεις. Τα πλυντήρια, τα ψυγεία και τα τρία. Τους υπολογιστές, τα τάμπλετς. Όλα τραπέζια, καρέκλες, κρεβάτια. Και τα χαλιά. Δεν είχαν αφήσει τίποτα.
Εκλεισα τα μάτια και ευχήθηκα να είναι όνειρο. Αμ δε. Προσπάθησα να κάνω  undo.  Δεν γινόταν.

Κι ούτε που θυμάμαι πως ξύπνησα και βρέθηκα εδώ στον υπολογιστή μου 

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Ο Κάκτος στο Λούβρο


Την είδα πρόσφατα μετά από 40+ χρόνια.
Ψέματα την είχα δει πριν 30 σ ένα συνέδριο.
Αλλά και μια άλλη φορά πριν 25 χρόνια. Ένα ένα τα θυμάμαι.

Τυχαία στην Αθήνα. Εξω από το Αρσάκειο. 
Με βούτηξε από το μπράτσο. Δεν την είχα προσέξει.
-Βρε πως από δω;
-Βόλτα, Σάββατο σήμερα είπα να κατέβω στο κέντρο. Εχω χρόνια να κατέβω στο κέντρο.
-Ναι και εγώ δεν ξέρω τι μου ήρθε σήμερα. Ο Θεός!  
-Ναι ο Θεός το κανόνισε. Είπαμε κι άλλα τέτοια που ξεσκέπαζαν το ρόλο του θεού για την τυχαία συνάντησή μας. 
-Ταξί!
Ανοίγω την πόρτα
 -Μπες.
–Που πάμε κύριος;
-Ξενοδοχείο Λούβρο. Εκεί πηγαίναμε τότε.
-Μα τι κάνεις Γιάννη;
-Σούτ! Μην πας κόντρα στο θέλημα του θεού!

Τι; Δεν σας αρέσει το Λούβρο;

Πριν 40 χρόνια ήταν πολύ κυριλέ.

Αλλά ποιό Λούβρο; 

Πάει γέρασα για τα καλά. Βίκτωρ Ουγκώ το λέγανε το ξεμοδοχείο και είναι ακόμα στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ 16 στο Μεταξουργείο. 


Πάντως άν υπάρχει θεός θα μου την έχει στημένη:

-Για έλα δω ρε κάθαρμα. Μαζί την πηδήξαμε; Γιατί με ανακάτεψες στις βρομιές σου; Στον παράδεισο! Για να βάλεις μυαλό.
-Οχι ρε παππούλη...