Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Γιάννης είσαι και φαίνεσαι


Ούτε ένα μήνα παντρεμένος με την [πρώτη] μακαρίτισσα και ξυπνάω ένα πρωί στο σπίτι της τεκνατζούς μου. Πρωινό απ την [πολύ προχώ και Open-minded] μαμά. Πρωινό κοντινένταλ για τρεις. Είναι και μια φίλη της που κοιμήθηκε μαζί μας, σαν αδελφάκια κι οι τρεις.
Και τι 'τανε να πω ότι κάποια μέρα πρέπει να κατέβω στην Πάρο που παραθέριζε η σύζυγος στο πατρικό της και που με περίμενε μόλις πάρω άδεια [που αργούσε τάχα μου, εγώ].
-Πάρο; Φύγαμε!
Και τσουφ Πειραιάς - Παροικιά. Νοικιάσαμε ένα room to let και το διασκεδάζαμε.
Ε, είπα να πάω και στην άλλη πλευρά του νησιού να δω την κυρά και τα πεθερικά μου.
Χαρές, αδέλφια, ξαδέλφια, θείες κλπ και πολύ στεναχωρήθηκαν που δεν μπορούσα να μείνω πάρα πάνω, μιας και ήμουν σκαστός απ την υπηρεσία μου.

Φιλιά, ξηρά τροφή για το ταξίδι πίσω στον Πειραιά και τσουφ πάλι πίσω στην Παροικιά. Κι η ζωή μέρα-νύχτα συνεχίζεται.

Ελα όμως που είχα το φόβο μη με κάνουν τσακωτό Τόσο κόσμο γνώρισα στο χωριό. Αν κάποιος απ αυτούς κατεβεί στην Παροικιά και με δει; Ετσι κυκλοφορούσα με μαύρα γυαλιά, καπέλο κλπ. 
Μια μέρα λοιπόν ακούμε κάποιον πίσω μας να φωνάζει: 

-Γιάννη, Γιάννη! 

Κοκαλώσαμε. Γυρίζω και βλέπω ότι απευθύνεται σε κάποιον άλλο Γιάννη. 
Κι έκανε και μούτρα όταν του είπα: 

-Γιάννης είσαι και φαίνεσαι, ρε!

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Η Λουμπάρδα

Γς said


Η Λουμπάρδα μας ήταν μια ιδιοκατασκευή που μια μεγάλη Παρασκευή αναστάτωσε το Βύρωνα και τον Υμηττό και … εξαφανίστηκε.
Ηταν ένα κομμάτι από σιδερένια σωλήνα «κεντρικής παροχής» της ΟΥΛΕΝ. Ένα μέτρο μήκος 20 πόντους διάμετρο. Καμιά πενηνταριά κιλά και βάλε.
.
Είχαμε οξυγονοκολλήσει την μια πλευρά της και είχαμε ανοίξει μια μικρή τρύπα για να περνάει το βραδύκαυστο φυτίλι. Ιδιοκατασκευή κι αυτό. Σπάγκος διάσπαρτος από μπαρουτόσκονη ολλημένη με μανό.
Την είχαμε τεστάρει μερικές φορές:
Βάζαμε 1 δαχτυλήθρα, άντε 2, μπαρούτι «Δημητσάνα» και την στουμπώναμε με εφημερίδες ανάβαμε το βραδύκαυστο και φεύγαμε μακρυά.
Εκείνη όμως την Παρασκευή, την Μεγάλη Παρασκευή θα βάζαμε κάτι πάρα πάνω.
Πάνω στο λόφο του Γερμανού στον Υμηττό. Δίπλα από τον Κοπανά. Κοντά στο Νέο Τέρμα της Μεταμόρφωσης Βύρωνα.
Και κάνω νόημα, που λέτε, στους υπόλοιπους να εξουδετερώσουν τον Κώστα τον Τρελό, που ήταν ο μόνος λογικός της τρελοπαρέας μας, που άρχισε να τσιρίζει για την επερχόμενη καταστροφή:
Πήρα 3 τενεκεδάκια [λίτρα?] μπραντ νιου μπαρούτι Δημητσάνας και τα άδιασα μέσα στην λουμπάρδα και μετά την στουμπώσαμε για τα καλά με … άμμο!
Μετά το βραδύκαυστο, κανα δυο μέτρα και πύρ!
Δεν έγινε όμως τίποτα. Εσβησε.
Ρίχνω λοιπόν μπόλικη σκόνη μπαρούτι και μετά μερικά φύλλα εφημερίδας. Τα ανάβω και μόλις πρόλαβα να τρέξω καμιά δεκαριά μέτρα.
Αυτό ήταν! Οσο βλέπαμε από κει πάνω, Βύρωνα και Υμηττό, τα φώτα άναψαν σε παράθυρα, μπαλκόνια βεράντες.
Πήγαμε να κρυφτούμε στο σπίτι του Κώστα, όπου έφτασε σε λίγο ο απληροφόρητος Χρήστος.
-Ρε παιδιά τι έγινε; Τι ήταν αυτό; Κάτω κυκλοφορούν κουστωδίες.
Λόγω τιμής. Ετσι είπε. Κουστωδίες.
Ηταν ο κόσμος που είχε βγει στους δρόμους να δει τι είχε συμβεί.
Την άλλη μέρα πήγαμε να πάρουμε τη λουμπάρδα.
Ποια λουμπάρδα όμως; Μάταια ψάχναμε μέσα στους θάμνους.
Υπήρχε μόνο ένας λάκκος στη θέση του πειράματος.