Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

ΕΒΓΑ



1934 έως 1936: Εθνική Βιομηχανία Γάλακτος

Κατόπιν υποδείξεων της δικτατορίας Μεταξά το «Εθνική» στην επωνυμία της εταιρείας μεταβάλλεται σε «Ελληνική»

1936 έως 1999: Ελληνική Βιομηχανία Γάλακτος
1999 έως 2002: Ελληνική Βιομηχανία Γάλακτος και Αλεύρου
2003 έως σήμερα: Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Γάλακτος και Αλεύρου




Γς είπε

84:
>το γάλα του μισού λίτρου σε πλαστικό μπουκάλι με αλουμινένιο καπάκι της ΕΒΓΑ(ς).

Αηδιαστικό, αλλά ποτέ δεν θα τον ξεχάσω τον άθλιο αρχισερβιτόρο μεγάλου ξενοδοχείου.
Μόλις είχαν εμφανιστεί αυτές οι πλαστικές φιάλες με το αλουμινένιο καπάκι.
Ο αρχι/τόρος λοιπόν που παρακολουθούσε το σερβίρισμα του πρωινού, φανερά εκνευρισμένος με τον άψογο αλλά εκνευριστικό γι αυτόν σερβίρισμα ενός νεαρού σερβιτόρου πάει στο τραπέζι και του παίρνει από το χέρι το μπουκάλι που προσπαθούσε με ένα μαχαίρι να αφαιρέσει το αλουμινένιο καπάκι. Του κάνει νόημα να πάρει δρόμο, …χώνει (μόνο αυτό το ρήμα ταιριάζει) το δάχτυλό του στο καπάκι και χαμογελαστός το αφήνει  μπροστά στους τουρίστες που είχαν μείνει μ ανοιχτό το στόμα. Τους πέταξε ένα σεμνό "θενκ γιου" για τον θαυμασμό τους και γύρισε στο πόστο του σκουπίζοντας τα γάλατα στο παντελόνι του ή το μανίκι του.

Ηρωικές τουριστικές εποχές.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Σοκολατάκι Knorr



Ξύπνησα  κατά τις τρεις  με υπογλυκαιμία, από υπερ(μπιπ), και τρέχω στο ψυγείο της.. Το είχε στουμπώσει με ένα σωρό ζαρζαβατικά και τέτοια και δεν έβλεπα τίποτα μες το σκοτάδι. Στην πόρτα όμως του ψυγείου ψηλαφίζω ένα κουτί με σοκολατάκια! Βουτάω ένα το ξεφλουδίζω απ το χρυσόχαρτο και το κάνω μια χαψιά.…Ηταν κύβος Κνορ!



Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Εταιρεία δολοφόνων


Θυμάμαι πριν από καμιά 20αριά χρόνια, τότε που οι τηλεφωνικές συνακροάσεις ήταν ακόμη σύνηθες φαινόμενο, με μια φίλη μου παίρναμε στην τύχη ένα τηλέφωνο και κάναμε ότι τηλεφωνούμε από διαφορετικές γραμμές, ενώ στην πραγματικότητα μιλούσαμε από διαφορετικές συσκευές της ίδιας γραμμής στο σπίτι της.
Είχε πολύ πλάκα. Ηταν και η εποχή της Εταιρείας Δολοφόνων που είχε συνταράξει όλη την  Ελλάδα.
Δίναμε ραπόρτο ο ένας στον άλλο για δολοφονίες με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
-Ελα, τι έγινε με τη θεία.
- Ασε μας παίδεψε. Τελικά αναγκάστηκα να την καρυδώσω.
-Πού την πήγατε;
-Στα Σπάτα σ ένα λάκκο.   Ερχομαι σπίτι. Ετοιμάσου. Είμαι φτιαγμένος. Αναψε το θερμοσίφωνα.
Ακολουθούσανε περιγραφές με γαργαλιστικές λεπτομέρειες.
Και άλλα τέτοια.
Δεν κλείνανε το τηλέφωνο. Τους ακούγαμε να παρακολουθούν τρομοκρατημένοι ή ερεθισμένοι.
-Βρε συ, νομίζω ότι κάποιος ακούει,
-Θα τον πάρει ο διάολος! Ακούει κανείς;

-…όοοχι. Μια φοβισμένη κυρία.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Ασκαρδαμυκτί








Ασκαρδαμυκτί.
Και θυμήθηκα τα μάτια της Αμελί.

Ασκαρδαμυκτί.
Χωρίς να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα, με βλέμμα ατενές.
Κι εδώ ήταν το μυστικό όπλο του νεαρού Κάκτου-Γς.
Όταν όλα τα άλλα (κόλπο Ραβέννας π.χ.) είχαν αποτύχει έμπαινε σε εφαρμογή το “Ασκαρδαμυκτί. Επιανε.

Εκεί όμως που έκανε θραύση ήταν όταν ήμουν στημένος στον τοίχο και με αδιάσειστα στοιχεία απεδείκνυε τις ατασθαλίες μου.
Λίγο πριν την ετυμηγορία της   (Τον πούλον!) και δεδομένου ότι εκείνη την εποχή το πιο κρίσιμο σημείο σε μια σχέση ήταν ποιος θα δώσει πρώτος τα παπούτσια στον άλλο, το “Ασκαρδαμυκτίέμπαινε σε εφαρμογή:

Σιωπούσα και την κοιτούσα με βλέμμα ατενές, χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα. " Χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα", για τουλάχιστον 60''.  Στο τέλος με το πρώτο ανοιγοκλείσιμο τα κροκοδείλια δάκρυα μετανοίας ήταν εξασφαλισμένα. Και άφθονα μάλιστα.
Αθώος ή το πολύ πολύ μια μικρή ποινή με αναστολή,  με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.






Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ο παπαγάλος


Στις κατασκηνώσεις τα βράδια μετά το φαγητό στην υπαίθρια τραπεζαρία συνήθως είχαμε ή σκαρώναμε ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα. Δεν ήταν και λίγες όμως οι φορές που οι ίδιοι οι κατασκηνωτές, τα πιτσιρίκια, έσωζαν τη κατάσταση, την παράσταση με δικά τους χάπενιν, συνήθως ανέκδοτα.

Ετσι κι εκείνο το βράδυ συζητούσαμε, αλλά πρόσεχα και τους μικρούς ανεκδοτολόγους. Πολύ συχνά από άγνοιά τους, βλακεία τους ή δεν ξέρω τι άλλο, έλεγαν ή μάλλον επιχειρούσαν να πουν “σόκιν” ιστοριούλες.
Ηρθε κι η σειρά λοιπόν ενός μπόμπιρα:

-Ηταν ένας που είχε ένα Παπαγάλο.
Αμέσως πετάχτηκα:
-Στοπ. Δεν είπαμε να είναι καλά τα ανέκδοτα;
-Μα καλό είναι;

Ρε τι κακό ήταν (και είναι) αυτό με μένα; Να ξέρω τόσα πολλά ανέκδοτα και να  τα αναγνωρίζω απ τις πρώτες λέξεις.
-Είπα κάτω!. Άλλος!
-Μα γιατί; Και σχεδόν έβαλε τα κλάματα.
-Αφησε τον που όλα τα παρεξηγείς. Οι δικοί μου.
-Ρε σεις κατάλαβα τι θα πει. Είναι ένα αηδιαστικότατο “ανέκδοτο”.
Τίποτα αυτοί επιμένανε.
-Κόψτε το λαιμό σας.

Και ξαναανεβαίνει, και αργά αργά:
-Ηταν κάποτε ένας που είχε έναν παπαγάλο. Και με κοιτάζει. Και συνεχίζει.
-Και ξυριζόταν…
Δεν άντεξα. Τον βούτηξα σχεδόν απ το αυτί.
-Φύγε ρε από δω!

Και πάλι κλαψουρίσματα και πάλι οι δικοί μου να έχουν πέσει στη μέση και πάλι φτου κι από την αρχή.
-Αϊ στο διάολο βλάκες, εγώ
Και πάλι αργά αργά:
-Ηταν κάποτε ένας που είχε έναν παπαγάλο. ΣΤΟΠ. Με κοιτάζει.
 -Και ξυριζόταν ΣΤΟΠ Με κοιτάζει με φόβο αλλά και με αποφασιστικότητα.
-Κι ο παπαγάλος του είπε: ΣΤΟΠ. Βαθειά αναπνοή και ξεφουρνίζει το υπόλοιπο σε χρόνο dt για να μην προλάβω να τον βουτήξω. Και κανείς δεν κατάλαβε τι έλεγε.
Κι ξέσπασε στα γέλια που τα κατάφερε.


Για την ιστορία το “ανέκδοτο” είναι το Ο Παπαγάλος και το Ξύρισμα σ αυτήν τη σελίδα  Αλλά είναι εμετικό και δεν διαβάζεται. 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Ο γιατρός




Προχθές σε ιδιωτικό εξεταστικό κέντρο:
Γαστροσκόπηση η κυρά. Την είχαν ψιλοναρκώσει γι αυτό και με καλέσανε να πάω μέσα να την πάρω. Ηταν λίγο ζαλισμένη ακόμα, αλλά εντάξει.

-Γιατρέ έχω κάτι καούρες. Παίρνω που και που Ζαντάκ και Γκάβισκον.  Είναι καλά;
-Α, πρέπει να σε δει ειδικός Γαστρεντερολόγος. Μπορείτε να πάτε όπου θέλετε, αλλά μπορείτε να κλείσετε ραντεβού κι εδώ. Τρίτη Πέμπτη.
-Να κλείσουμε.

Την σήκωσα και μέσα από τους διαδρόμους την οδήγησα υποβασταζόμενη προς την έξοδο όπου ήταν και η γραμματεία για να κλείσουμε ραντεβού.

-Μπορείτε και σήμερα. Πέμπτη. Θέλετε τώρα;
-Ναι
-Εντάξει. Περιμένετε. Θα σας φωνάξουμε.

Και περιμέναμε και περιμέναμε. Ηταν και ζαβλακωμένη κι αυτή από την νάρκωση και έπρεπε να την πάω σπίτι να ξαπλώσει…
Καμιά φορά ήρθε η νοσοκόμα και μπροστά αυτή, πίσω εμείς να την κρατάω πάλι υποβασταζόμενη και από τους ίδιους διαδρόμους φτάνουμε στο ίδιο γραφείο!
Και ο ίδιος γιατρός!

-Καθίστε. Ποιο είναι το πρόβλημά σας;

Φτου κι από την αρχή:
-Γιατρέ έχω κάτι καούρες. Παίρνω που και που Ζαντάκ και Γκάβισκον.  Είναι καλά;
-Από την εξέταση που κάναμε προηγουμένως δεν είδαμε κανένα έλκος, άρα θα είναι καμιά παλινδρόμηση τροφών. Για πάρε αυτό το φάρμακο και να τα ξαναπούμε μετά από κανα δυο μήνες.
-Ευχαριστούμε.

Πάλι προς την έξοδο.

Πάλι άλλο ένα πενηντάρικο.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Σχέδιο "Ξενοκράτης"


Σχέδιο "Ξενοκράτης" (αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών και τέτοια.
Είχα αρχίσει τις μαλαγανιές με την κυρα Σούλα  γιατί την χρειαζόμουν για μάρτυρα σε κάτι δικαστήρια που είχα
-Σούλα, τι κάνει ο άντρας σου;
-Είναι σε κάτι σεμινάρια που κάνουν για το σχέδιο Ξενοκράτης.
-Ε, τι να κάνουμε κυρά Σούλα; Δημοτικός υπάλληλος είναι. Χρειάζονται όλα αυτά.
-Μα να κάνουμε ότι μας λένε οι ξένοι;
-Ποιοι ξένοι;
-Τα ξένα κράτη. Το λέει και τα όνομα του Ξενο-κράτης.
Πότε είναι το δικαστήριο;

-Α, δεν πειράζει. Άστο. (να πάει στο διάολο).

 

Ο Ξενοκράτης ήταν και πολύ αξιόπιστος.  Μόνο σ’ αυτόν οι Αθηναίοι επέτρεπαν να καταθέτει στα δικαστήρια χωρίς να ορκίζεται («ανώμοτον μαρτυρείν»).  Επιπλέον ήταν και πολύ αυτάρκης.  Όταν κάποτε ο Μ. Αλέξανδρος του έστειλε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, αυτός κράτησε τρεις χιλιάδες αττικές δραχμές και τα υπόλοιπα τα γύρισε πίσω, λέγοντας εκείνος χρειάζεται περισσότερα γιατί διατρέφει περισσότερο κόσμο («πλείονας τρέφοντι»).  Όταν στην αυλή του τύραννου Διονυσίου τιμήθηκε με χρυσό στεφάνι, ως έπαθλο πολυποσίας στις γιορτές «Γερό Ποτήρι», αυτός μόλις βγήκε έξω κατέθεσε το χρυσό στεφάνι στο άγαλμα του Ερμή, όπως συνήθιζε να καταθέτει και τα στεφάνια από λουλούδια. 

Σ’ εκείνον τον μαθητή που ήθελε να παρακολουθήσει τα μαθήματά του, χωρίς προηγουμένως να έχει μάθει ούτε μουσική ούτε γεωμετρία ούτε αστρονομία, του είπε: «Φύγε, γιατί δεν έχεις με τι να πιάσεις τη φιλοσοφία» («λαβάς γαρ ουκ έχεις φιλοσοφίας»). 

Όταν ο τύραννος Διονύσιος είπε στον Πλάτωνα ότι θα του κόψει το κεφάλι, ο Ξενοκράτης, που ήταν παρών και συνόδευε τον Αθηναίο σοφό, είπε στον τύραννο: «Κανένας δεν θα αγγίξει το κεφάλι του Πλάτωνα, προτού κοπεί ετούτο εδώ», δείχνοντας το δικό του κεφάλι. 

Κι όμως, τον υπέροχο αυτόν άνθρωπο οι Αθηναίοι τον πούλησαν μια μέρα ως δούλο, επειδή δεν είχε να πληρώσει το «μετοίκιον».  Να σημειώσουμε εδώ ότι το «μετοίκιον» ήταν ο ετήσιος φόρος των δώδεκα αττικών δραχμών που πλήρωναν οι μέτοικοι, δηλ. οι ξένοι που ήσαν εγκατεστημένοι κι εργάζονταν στην Αθήνα.  Ένας γιος τέτοιου μέτοικου ήταν και ο διάσημος ρήτορας Λυσίας.  Στην απογραφή τού 309 π.Χ.  οι μέτοικοι στην Αθήνα έφταναν τις 45.000. 

Ο άνθρωπος που αγόρασε τον Ξενοκράτη ως δούλο ήταν ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, ο οποίος απελευθέρωσε τον Ξενοκράτη και, παράλληλα, έδωσε στους Αθηναίους το οφειλόμενο μετοίκιο.  Για 25 χρόνια ο Ξενοκράτης διεύθυνε την σχολή του Πλάτωνα (την Ακαδημία).  Γέρος πια, 82 ετών, πέθανε μια νύχτα, σκοντάφτοντας πάνω σε μια χάλκινη λεκάνη. 

Κλείνοντας, να παραθέσουμε κάποιους τίτλους από το πλούσιο (αλλά δυστυχώς χαμένο) συγγραφικό του έργο:  Περί φύσεως (6 βιβλία), Περί σοφίας (6 βιβλία), Περί Ιδεών, Περί πλούτου, Περί εγκρατείας, Περί ωφελίμου, Περί ελευθερίας, Περί θανάτου, περί φιλίας, Περί ευδαιμονίας, Περί μνήμης, Περί του ψεύδους, Περί φρονήσεως, Περί σωφροσύνης, Περί δυνάμεως νόμου, Περί πολιτείας, Περί οσιότητος, Περί ειμαρμένης, Περί παθών, Περί ομονοίας, Περί δικαιοσύνης, Περί αρετής, Περί ηδονής, Περί ανδρείας, Περί θεών, Περί ψυχής, Περί επιστήμης, Περί επιστημοσύνης, Περί φιλοσοφίας, Περί του αγαθού, Περί αριθμών, Περί τέχνης, κ.ά.
Αυτός λοιπόν ήταν ο Ξενοκράτης ο Χαλκηδόνιος, που, εκτός από φιλοσοφικές πραγματείες, έγραψε και ποιήματα (σύνολο: 224.239 στίχοι).

 

 


Πανόραμα






Γς είπε
20:
>“έφερες το πράμα;”, συνήθως μετάφραση του “
did you bring the stuff?”.
Χε, χε! Τι μου θύμισες τώρα!
Ανεβαίναμε τις στροφές της Πάρνηθας με μια δικιά μου, η οποία θέλησε να σταματήσουμε κάπου για να απολαύσουμε τη θέα. Σταματάω λοιπόν σε κάποιο «πανόραμα» της διαδρομής όπου ένα άλλο ζευγάρι ήταν ήδη εκεί. Για ένα δευτερόλεπτο διασταυρώσαμε τα βλέμματα μας με τον τύπο και αμέσως κατάλαβα ότι με έπαιρνε για μια πλακούλα. Ετσι το τόλμησα:
-Το έφερα το πράμα!
Κι ο δικός μου καπάκι με ύφος μαφιόζου, σοβαρός σοβαρός:
-Μπορώ να το δω;
Πάγωσαν κι οι δύο οι τύπισσες…
-Και μ’ αυτές τι θα κάνουμε; Του λέω. Κι ο αθεόφοβος μου απαντά με την χαρακτηριστική χειρονομία «καπούτ» με το δάχτυλο στο λαιμό του!
Εχασαν το χρώμα τους οι κοπελιές. Κα@@@ρήθηκαν από το φόβο τους, εκεί στην ερημιά.
Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο κι έσκασα στα γέλια, πρίν αρχίσουν να τρέχουν και να πέφτουν πάνω στα αυτοκίνητα που ανέβαιναν στην Πάρνηθα ζητώντας βοήθεια.


Μον Παρνές


Καλά για ο Μον Παρνές θα μπορούσα να μιλάω ώρες. Αλλά μια και έτυχε ας αναφερθώ σ αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει μέχρι τότε:  Πόσο κάθαρμα είμαι!
Τα ραδιόφωνα και τα κανάλια έλεγαν για μια ομάδα προσκόπων που έχουν αποκλειστεί στην Πάρνηθα. Βαριά χιονόπτωση και τέτοια.
Και επειδή η ομάδα αυτή ήταν η ομάδα της κόρης μου, βούτηξα τη γιατρίνα μου και ανεβήκαμε πάνω στη Πάρνηθα. Μάθαμε ότι οι Πρόσκοποι (αγόρια κορίτσια)  έχουν πάει στο καταφύγιο και πήγαμε σχεδόν με τα πόδια αφού η σιτροέν δεν μπορούσε και με τις αλυσίδες να πάει μέχρι εκεί.
Κι απάνω που περίμενα τα “μπαμπά μου, μπαμπούλη μου“  μόλις φτάσαμε, εισέπραξα ένα.
 –Τι θέλετε ; Ποιος σας είπε να έρθετε εδώ.
Την είχανε βρει ωραία. Αγόρια κορίτσια.
Κι είπαμε να γυρίσουμε στην Αθήνα. Αμ δε όμως! Αδύνατον.
Και μείναμε στο Μον Παρνές.
Και πήρα τηλέφωνο τον τηλεφωνητή μου.
Και άκουσα την Ε. και την Α. που αμφότερες ήξεραν τον κωδικό του τηλεφωνητή και αλληλοβριζόντουσαν.
Η γιατρίνα ήταν η κοτούλα (το αουτσάιντερ)
Κι όμως. Κοιτάζοντας την Αθήνα από κει πάνω, ένοιωσα τόσο όμορφα που είμαι μακριά από τη γκρίνια τους.
Πόσο άρρωστος ήμουν (είμαι).
Και είχα και την εν διαστάσει μακαρίτισσα πρώην να μην μπορεί να χωνέψει ότι είχα ρουχαλάκια, εσώρουχα, πουκαμισάκια σε τρία σπίτια…
Τόσο άρρωστος.

Όχι ότι έγινα καλά τώρα.

Πάρνηθα



Γς είπε
65:
>στα Ιταλικά ο πυρήνας δεν είναι νιφέ;


Πιτσιρικάς που είχα πέσει με τα μούτρα στα ιδιαίτερα είχα κι ένα ξεφτέρι μαθητή που η μάνα του νόμιζε ότι ήταν ο Αϊνστάιν.
Του είχα βάλει να μου γράψει δυο λόγια για τον πυρήνα του ατόμου κι αυτός πήγε και αντέγραψε όλο το λήμμα από την εγκυκλοπαίδεια. Και με ξεπατικοτούρα και τα σχήματα και εικόνες, ζουγραφισμένες με μπογιές μάλιστα.
Δεν υπήρχαν όμως ούτε νετρόνια, ούτε πρωτόνια.
Είχε αντιγράψει το λήμμα για τον άλλο πυρήνα. Τον κυτταρικό!
Καμάρωνε η μάνα του. 
–Ωραίο δεν είναι;
-Μα αυτός είναι για …
-Δεν πειράζει. Είναι ωραίο, Δε είναι;
Ωραίος ήταν. Είχε τα πάντα, εκτός από το DNA που είχε ανακαλυφθεί μεν αλλά δεν είχε μπει ακόμα στον κυτταρικό πυρήνα των σχολικών βιβλίων.
Κι άργησαν πολύ να μπουν αυτά τα μοριακά στα σχολικά βιβλία.
Στη μεταπολίτευση. Ηταν ο Καθηγητής μου (και Ακαδημαϊκός τώρα) ο φίλος μου ο Κώστας Κριμπάς που έφερε τα πάνω κάτω με ένα βιβλίο του στη Μέση Εκπαίδευση.
Σεισμός!
Τι να διδάξουν οι φυσιογνώστες τότε καθηγητές που δεν είχαν ιδέα για 
DNARNANADNADH, γονίδια, κτλ.
Απλώς δεν το δίδασκαν πολλοί και υπαγόρευαν σημειώσεις στα παιδιά, από παλιομοδίτικα βιβλία.
Από την άλλη μεριά όμως οι νέοι καθηγητές του Βιολογικού πλέον τμήματος ήταν πανέτοιμοι να πέσουν στη μάχη.
Θυμάμαι τον Φώτη Καφάτο στο Πανεπιστήμιο που τους μοίραζε στο μάθημα του σε σημειώσεις μεταφρασμένο το βιβλίο του Γουάτσον, Μολέκιουλαρ μπαϊόλοτζι οβ δε τζιν.
Κοσμογονία, αλλά και μαύρη αντίδραση.
Τύφλα νάχει η σημερινή Φωνηεντιάδα κλπ. Ενώ τα ζώα καταλάβαιναν ότι δεν έπαιρνε άλλη καθυστέρηση η ανανέωση των σχολικών εγχειριδίων σε επιστήμες αιχμής, προτιμούσαν να αφήσουν τους μαθητές στο μαύρο σκοτάδι για να μην κουραστούν, να διαβάσουν, να μάθουν. Ασε που κι ο συγγραφέας είναι γενετιστής και ποιος ξέρει θα πιστεύει και στους πιθήκους του Δαρβίνου (χρησιμοποιήθηκαν όλα τα όπλα).
Και δεν ήταν η εποχή του διαδικτύου, των μπλόγκς, που γραδάρεις πάνω κάτω τις αντιδράσεις.
Ετσι ο φίλος μου, ο καθηγητής μου Κριμπάς που πολύ θα ήθελε να μάθει τι γίνεται έπρεπε να περιοριστεί στις αντιφατικές κρίσεις των επιστολών στον τύπο και στα εν πολλοίς κολακευτικά σχόλια των γνωστών του.
Οπότε άδραξα την ευκαιρία να έχει μια αντικειμενική κρίση από έναν μαθητή. Πάνω στην Πάρνηθα.
Μαζεύαμε μύγες! Μύγες δροσόφιλες. Μελετούσαμε τηυ γενετική δομή ένός πληθυσμού για χρόνια εκεί.
Με τις απόχες λοιπόν και νάσου ένας πιτσιρικάς από γειτονική κατασκήνωση που έτυχε να φοιτά στο γυμνάσιο που είχα βγάλει.
-Υπάρχει ακόμη ο τάδε; Ο φρερ Ατανάζ; Ο..ο..Και ξαφνικά μου έρχεται μια φλασιά:
-Ποιο βιβλίο κάνετε στη Φυσική; Ποιος ο συγγραφέας; Πως σου φαίνεται;
Στη Χημεία; Στη Βιολογία;
Ακούει βιολογία και έμεινε στήλη άλατος.Από συγκίνηση και θαυμασμό για το τόσο πολύ σπουδαίο βιβλίο που επιτέλους έφερνε και στην Ελληνική εκπαίδευση την βιολογική επανάσταση που έτρεχε με χίλια σε Ευρώπη και Αμερική, σκέφτηκα.
Σίγουρα κάτι τέτοιο θα σκεφτόταν κι ο Κώστας.
Μας πλησιάζει και ανοίγει τα χέρια του για να μας φέρει κοντά του. Κοιτάζει γύρω σαν να θέλει να δει μην μας ακούει κανείς και με χαμηλή φωνή μας λέει:
-Παιδιά, αυτός που έγραψε το βιβλίο αυτό δεν έχει ιδέα τι είναι βιολογία!
Χάλαγε την πιάτσα, καθηγητής πανεπιστημίου πράγμα.

Τους τη χάλασε όντως για καλά!

Ο Βαγγέλης




Τι ήταν κι αυτό με τις σχολές που έπρεπε να πετάξεις τόσες ώρες.
Τι να πρωτοθυμηθώ.
Την κοπάναγα απ το  Τατόι για να κάνω μάθημα και γύριζα πίσω μπαίνοντας από τα σύρματα της περίφραξης του αεροδρομίου.

Μια φορά θυμάμαι που δεν υπήρχε περίπτωση να βγω γιατί είχαμε κάτι έκτακτες βραδινές εκπαιδευτικές  πτήσεις, έστειλα ένα σμηνίτη, το Χρονόπουλο να κάνει μάθημα, ως δήθεν συνάδελφος. Του άρεσε και περίμενε πότε θα με ξαναντουμπλάρει !

Η διαδικασία ήταν η εξής: Τις μέρες που δεν έβγαινα έξω, έκανα φυλάκιο. Ημουν σμηνίας κι ο υποσμηνίας του φυλακίου με δικαιολογούσε σε τυχόν ελέγχους, ότι είμαι τάχα και ρέντινες (που ήμουν πάντα) στην πίστα του αεροδρομίου και κάπου εδώ, εκεί (ή στην Αθήνα!) είναι.
Μια μέρα λοιπόν πέρασε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας και δεν με βρήκε. Είπε ο υποσμηνίας τα σχετικά και όταν γύρισα (από τα σύρματα) πετάχτηκα από τη Λέσχη Αξιωματικών για να τον ενημερώσω,

-Εντάξει. Τι έγινε; (σιγά και μην δεν καταλάβαινε). Δες πάντως και τον Τάδε (έφεδρος και συμφοιτητής μου Αξιωματικός Ασφαλείας, εκείνη τη νύχτα).
-Βαγγέλη με ζήτησες; Ημουν στ αεροπλάνα στην 363 Μοίρα.
-Α, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Θα το γράψω στην αναφορά μου.
-Τι λες ρε μαλάκα, πας καλά;

Και το έκανε. Φυσικά δεν έγινε τίποτε, αλλά θυμάμαι που τον συνάντησα κάποτε, μετά από λίγο καιρό που είχαμε απολυθεί στο Λεωφορείο της Αγίας Παρασκευής που πήγαινε κι αυτός συμπτωματικά στον Δημόκριτο.
Τον χαιρέτισα και τον ρώτησα με τι ασχολείται τώρα.

-Με υπολογιστές! Απάντησε στεντόρεια και με καμάρι.
-Χάρντγουερ ή σόφτγουερ; Τον ρώτησα.
Κι αυτός μου απαντάει με ένα απαξωτικό ύφος:
-Τι ξέρεις μωρέ εσύ από αυτά; Και κοίταξε γελώντας τους επιβάτες που παρακολουθούσαν απορημένοι το διάλογο.
Κατέβηκε κι αυτός στην ίδια στάση και κατευθύνθηκε στην πύλη του Δημοκρίτου.
-Ο κύριος;
-Θέλω να δω τον κύριο Χανιωτάκη.
-Εχετε κλείσει ραντεβού;
-Ναι. Με περιμένει.
-Αφήστε την ταυτότητά σας εδώ. Ξέρετε σε ποιο κτήριο είναι;
-Όχι. Δεν έχω ξανάρθει.
-Κύριε Κάκτο-Γς  μπορείτε να του δείξετε που είναι η Εντομολογία;

Προς τα εκεί πήγαινα κι εγώ,αλλά στο δρόμο μας ήταν οι υπολογιστές. Μπήκαμε για λίγο Τα έχασε ο δικός μου, με τα μηχανήματα. Πήρα τις λίστες με τα προγράμματα που είχαν τρέξει τη νύχτα και συνεχίσαμε. Φτάσαμε στο γραφείο του Χανιωτάκη και άρχισα να ξεφυλλίζω τις λίστες με τα αποτελέσματα των προγραμμάτων.
Δεν το έκανα επίτηδες, αλλά σοκαρίστηκα.
 Ο Βαγγέλης έστησε ένα στατώ, άρχισε να ξετυλίγει εικόνες και με ένα καλάμι όρχισε να παρουσιάζει ένα  μοντέλο της Τέξας Ινστρουμεντς. Υπολογιστή της τσέπης SR-10 (Για το 1972 μιλάμε έ;).
Ο φίλος μου όμως τον σταμάτησε.
-Δεν ενδιαφέρομαι. Στο τηλέφωνο δεν μου είπατε ότι πρόκειται για αυτό το προϊόν.

Τα μάζεψε ο Βαγγέλης και έφυγε χωρίς καν να με χαιρετήσει..

Δεν μπορώ να πω ότι δεν λυπήθηκα..

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Καλντέρα




Γς είπε
Τι ήταν κι αυτό;
Τι όνειρο; Τι εφιάλτης;
Μόλις ξύπνησα.

Θα ανεβαίναμε λέει στην Καλντέρα της Σαντορίνης. Ηταν ένα τεράστιο μανιτάρι. Στην αρχή ήταν το δρομάκι με τα γαϊδουράκια, όπως στην πραγματικότητα.

Μετά όμως για να πάμε στην καλντέρα, ή καλύτερα στο χείλος της καλντέρας έπρεπε να περπατήσουμε πάνω σε μια μεγάλη στενή πέτρινη γέφυρα πολύ ψηλά από το έδαφος. Περπατούσαμε και προσπαθούσα να κάνω αστειάκια για να αντέξουμε τον πανικό που μας είχε καταλάβει.
Τους έλεγα π.χ. τι ωραία που θα ήταν τούτη τι στιγμή να γίνει ένας σεισμούλης και να αρχίσει να κουνιέται η γέφυρα και τέτοια. Και κάποτε φτάσαμε. Και έπρεπε ένας ένας να μαγκωθεί έρποντας στα βράχια της καλντέρας. Με μεγάλη προσοχή γιατί γλιστρούσαν.
Αριστερά ήταν ο γκρεμός προς τη θάλασσα και δεξιά ο γκρεμός του ηφαίστειου. Δυο τρεις είχαν ήδη ανέβει στο πέτρινο αυτό δαχτυλίδι της καλντέρας τρέμοντας γραπωμένοι στα βράχια . Ακουσα μια να φωνάζει στο δικό της που ακόμα ήταν στη γέφυρα να μη ξεχάσει να του κάνει μια πίπα όταν με το καλό βρεθούν πάλι κάτω.
Έβαλα τα δυνατά μου, με έσπρωξε η κυρά, με τράβηξαν κι οι από-πάνω και να ‘μαι κι εγώ καβάλα στην καλντέρα.
Κι άρχισα να τρέμω περισσότερο σκεπτόμενος την επιστροφή. Με έπιασε και εκείνο το αίσθημα της ύψοφοβίας που δεν με αφήνει ούτε σε καρέκλα να ανέβω για να αλλάξω λάμπα. Λάμπα; Ναι είδα και ένα προκαταρτικό όνειρο που έσκασε μια λάμπα και είχα βάλει λέει το αριστερό μου μάτι κάτω από τη βρύση για να ξεπλυθεί ο υδράργυρος.

Στην καλντέρα λοιπόν απάνω και πως θα ξανακατέβω. Ε, σιγά μην κώλωνα: Προτίμησα να ξυπνήσω. Από τον τρόμο βέβαια του εφιάλτη.

Ο εισπράκτορας



>Φταίει ο περιπτεράς;
>φταίει ο ελεγκτής;
>φταίει κάποιος;
109:
>Φταίει ο ειδικός φρουρός;

Φταίει ο ένας φταίει ο άλλος.

Αυτός εδώ όμως ο εισπράκτορας τι έφταιξε;
Καθόταν στη θέση με το τραπεζάκι που είχαν τότε τα λεωφορεία. Εκοβε τα εισητήριά του και φώναζε τις στάσεις απ το μικρόφωνό του.
Ακριβώς απέναντι μια κυρία χιλίων Μαΐων, βαμμένη,  φρεσκογρασαρισμένη και με ένα περίεργο καπέλο με φτερό. Νούμερο.

Κι ένας μαθητής με τους φίλους του που ήταν όρθιοι δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια στη θέα του νούμερου με το φτερό.
Κι ο εισπράκτορας:
-Δεν ντρέπεσαι ρε; Τι γιαγιά σου κοροϊδεύεις; Παλιόπαιδο!
-Παλιόπαιδο, παλιόπαιδο! Οι επιβάτες.
Τρομοκρατήθηκε ο νεαρός. Πάγωσε το χαμόγελο του, αλλά όχι για πολύ.
Δεν άντεξε και σαν να του ξεφυγε ένα χαχανητό.

Αυτό ήταν! Κατεβαίνει από το θώκο του ο εισπράκτορας, τον βουτάει απ τους γιακάδες και:
-Τη γιαγιά σου ρε;
Οπότε εδώ μπαίνει ο Κάκτος-Γς:

-Ρε φίλε άσε το παιδί κάτω. Αν γίνει κάτι εσύ θα πας στο φρέσκο.
-Ασε το παιδάκι κάτω! Οι επιβάτες.

Και του έρχεται ξαφνικά του εισπράκτορα μια ομπρελιά κατακούτελα, στο δόξα πατρί!
-Ασε το παιδάκι κάτω! 
Ηταν η κομψευόμενη γριά, που είχε σηκωθεί με την ομπρέλα της για να τον τιμωρήσει.


Ακούς εκεί.   “Τη γιαγιά σου”!