Είχα ξενυχτήσει στο Δημόκριτο στην Αγία Παρασκευή πάνω σε ένα πείραμα και είπα να πάω για ύπνο. Πήρα την Πύλη και τους είπα να ειδοποιήσουν ένα ταξί. Βγήκα από το κτήριο και είδα μες το σκοτάδι τα φώτα του ταξί που με έψαχνε μέσα στα δρομάκια του Κέντρου.
-Ευχαριστώ. Καλησπέρα δηλαδή καλημέρα.
-Πως πάμε;
-Καλά.
-Καλά ε;
-Ναι καλά.
-Μπράβο, μπράβο! Ξέρω.
-Τι ξέρετε;
-Ξέρω, ξέρω. Καταλαβαίνω δεν μπορείτε να μιλήσετε, αλλά μπράβο!
Τι είχε συμβεί;
Ηταν πάλι, αρχές των 70, μια περίοδος των Ελληνο-Τουρκικών εντάσεων και στη
πιάτσα των ταξιτζήδων εκεί οργίαζε το ράδιο αρβύλα για τους επιστήμονες που
δουλεύουν κρυφά μέρα νύχτα στον Ατομικό Αντιδραστήρα για την παραγωγή Ατομικής
Βόμβας!
Μου μίλαγε και τον έβλεπα στο καθρεφτάκι να με … καμαρώνει.
-Μπράβο, μπράβο!
Του εξήγησα ότι από όσο τουλάχιστον ξέρω δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
-Καταλαβαίνω. Δεν θέλω να μου πείτε τίποτε.
Φτάσαμε σπίτι τον πλήρωσα και τον καληνύχτισα.
Αυτός εκεί. Με κοίταζε, με θαυμασμό θα έλεγα, που άνοιγα την πόρτα μου.
Κι η γυναίκα μου:
-Καλά βρε συ. Τι σε εμπόδιζε να του ανεβάσεις λίγο το ηθικό του ανθρώπου;




>ο τεχνικός του συνεργείου που δεν έσφιξε τα μπουλόνια σε έναν τροχό
Εκείνο το μεσημέρι όμως πάνω που ήταν έτοιμος να μου πει ‘Τι ώρα φεύγουμε;’ τον πρόλαβα:
-Γιάννη τι είναι τα μπουλόνια;
-Γιατί ρωτάς;
-Να μωρέ, μου είπε ο πιτσιρικάς στο βενζινάδικο ότι σε ένα τροχό λείπει το ένα μπουλόνι και δύο είναι κλωτσημένα.
-Α, σήμερα θα κατέβω με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο.
Ετσι στη ψύχρα. Καμία νύξη ότι κινδυνεύω. Δεν το πίστευα. Πάντως βιαζόμουν εκείνη την ημέρα