1964 κι ο Τζόνσον με το σχέδιο Ατσεσον που απέρριπτε ο
Μακάριος και δεχόταν ο γέρο Παπανδρέου (το γνωστό “σου χαρίζουν μιαν
πολυκατοικία και ζητούν να εκμισθώσουν το ρετιρέ ή κάποιο διαμέρισμα κι εσύ
αρνείσαι να δεχθείς τη δωρεά;”). Κι απάνω στην ώρα του ήρθε του Γρίβα να
επιτεθεί με την Εθνική Φρουρά του σε Τουρκοκυπριακό θύλακα.
Κι έγινε της κακομοίρας με τα τούρκικα αεροπλάνα και τις
βόμβες ναπάλμ που σκόρπισαν τον θάνατο και την καταστροφή.
Και ο φίλος μου ο Κώστας που υπηρετούσε εκεί, είχε κρυφτεί μέσα σε ένα όρυγμα και δεν έβγαλε άχνα. Μου τα είχε πει όλα αυτά και έπεσα από
τα σύννεφα όταν στο πάρτι που κάναμε για την απόλυσή του άρχισε να λέει για τα
κατορθώματα του εκείνης της φοβερής μέρας.
-Και αρπάζω το όπλο μου, και πηδάω από την ταράτσα, και
περνάω μέσα από τις φωτιές και ξαναπηδάω από κλπ κλπ.
-Κόψε κάτι ρε. Του έκανα νόημα. Τίποτε αυτός.
Μέχρι το τέλος που ξεπροβοδίζαμε
τους φίλους μας.
Εκεί στην έξοδο, στα δύο σκαλοπατάκια, που το ένα ήταν μικρότερο
από το άλλο και που ο Κώστας το είχε ξεχάσει, τόσο καιρό στην Κύπρο, παραπατάει
και τον τρέχαμε στο ΚΑΤ να τον γυψώσουν.
-Έστι δίκης οφθαλμός, ός τα
πανθ' ορά, μωρή κουφάλα.!







>ο τεχνικός του συνεργείου που δεν έσφιξε τα μπουλόνια σε έναν τροχό
Εκείνο το μεσημέρι όμως πάνω που ήταν έτοιμος να μου πει ‘Τι ώρα φεύγουμε;’ τον πρόλαβα:
-Γιάννη τι είναι τα μπουλόνια;
-Γιατί ρωτάς;
-Να μωρέ, μου είπε ο πιτσιρικάς στο βενζινάδικο ότι σε ένα τροχό λείπει το ένα μπουλόνι και δύο είναι κλωτσημένα.
-Α, σήμερα θα κατέβω με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο.
Ετσι στη ψύχρα. Καμία νύξη ότι κινδυνεύω. Δεν το πίστευα. Πάντως βιαζόμουν εκείνη την ημέρα