Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

1954 Nosomania



Η δικιά μου υποχονδρία πρωτοεμφανίστηκε όταν μικρός διάβαζα την ιατρική στήλη στό ΘΗΥΣΑΥΡΟ της μάνας μου, ένα περιοδικό ποικίλης ύλης.

Σε κάθε τεύχος που ασχολείτο με μια πάθηση αναγνώριζα μέσες-άκρες την αρρώστια από την οποία έπασχα.

Μια φορά όμως πέτυχα διάνα. 
Επιτέλους βρήκα την πάθησή μου:  Πονάκια χαμηλά στην κοιλίτσα, ετούτο το άλλο, όλα ταίριαζαν …όμως … ‘όμως, αλλοίμονο.  
Στο τέλος ανέφερε ρητά την πάθηση:  Πτώση μήτρας!

Εργολάβοι



Υπό και Υπερ και πως τα είχα μπερδέψει.
Δλδ πως ένα ‘υπο’ το διάβαζα ως ‘υπερ’. Για χρόνια.
Κάποτε όμως κατάλαβα το λάθος μου. Όχι διαβάζοντας κάποιο βιβλίο ή ρωτώντας κάποιον εξυπνότερον εμού. Αλλά χάρις την οξυδέρκειά μου και την ευφυΐα μου.

Όχι, πείτε μου. Τις άλλος βλέπων οχήματα φέροντα την επιγραφήν ‘Υπεργολαβικόν’ να είναι υποδεέστερα εις εμφάνισιν των φερόντων την επιγραφήν ‘Εργολαβικόν’ θα συνεπέρανε ότι κακώς εκλάμβανε το ‘υπ’ ως ‘υπερ’. Αρα επρόκειτο περί Υπο-εργολαβικού και ουχί Υπερ(ερ)γολαβικού!

 

 



Σεισμολόγοι


Αχ, αυτοί οι σεισμολόγοι. Ομηρικοί οι καυγάδες τους μετά από κάθε σεισμό.
Δεν άντεξε κι ένας τηλεθεατής. Πήρε τηλέφωνο στην εκπομπή και είπε:

-Μα τι κατάσταση είναι αυτή; Να μη μπορούμε μια φορά να κουνηθούμε με την ησυχία μας!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Μάντης σεισμών



Τι ήταν όλοι αυτοί οι μετασεισμοί του μεγάλου σεισμού των 6,6 ρίχτερ του 1981. Για εβδομάδες. Και τι ήταν αυτοί οι τριγμοί των κτηρίων όταν άρχιζαν οι μετασεισμοί. Διαρκούσαν και τα τραυμάτιζαν. Δεν υπάρχουν κτήρια χωρίς ρωγμές που τις απόκτησαν τότε.
Οι φήμες οργίαζαν. Όπως και οι μάντεις. Ενα τέτοιο μάντη τον έπαιξα κι εγώ. Προέβλεπα πότε θα γίνει ο επόμενος μετασεισμός.
Τα είχανε παίξει οι συνάδελφοι με την ακρίβεια των προβλέψεών μου. Θυμάμαι που με δέος με παρακολουθούσαν να ανοίγω κάποιον τόμο του
Science, Nature και να βγάζω από μέσα το σημείωμα που τάχα μου είχα καταγράψει την πρόβλεψή μου: “Ωρα 5:00 το πρωί” π.χ.
Σε μια τεράστια βιβλιοθήκη είχα σκορπίσει “προβλέψεις” για όλες τις ώρες. Στο Vol. 430 ήταν για σεισμό των 4:30, στο Vol 22 άλλου περιοδικού για τις 10 το βράδυ κλπ.

1981 Σεισμός




Εκπληρούσα τα ειδικά συζυγικά μου καθήκοντα 11 το βράδυ, όταν ξαφνικά άρχισε να κουνιέται όλη η πολυκατοικία. Ετυχε να είναι και λεπτούλα μακρόστενη και καθέτως δομημένη προς την κατεύθυνση των Αλκυονίδων νήσων και με ιδιοοσυχνότητα συντονισμού αυτής του σεισμού.
Ρετιρέ και άκουγα να πέφτουν τα βιβλία μας, τόμοι βαρείς και ασήκωτοι στον επάνω όροφο που νόμιζα ότι γκρεμιζόταν.
Κι η πρώτη μου σκέψη στα παιδιά.
Αρχιζα να ουρλιάζω:
 -Ολοι κάτω με τα πόδια από τη σκάλα!
Κι αρπάζοντας στην αγκαλιά τη κόρη μου από τη κούνια, σφαίρα τέσσερεις ορόφους έξω στο δρόμο.
Τσσίτσιδος όπως ήμουν .
25 Φεβρουαρίου 1981. 6,6 Ρίχτερ και ο Κάκτος τριανταπεντάρης.
Βλεπότανε.

Συμεών



Της Υπαπαντής σήμερα και βρέθηκα στις Αχαρνές, στο Μενίδι σττην εκκλησία του Αγίου Βλάσση. Θα γινόταν και το 40ήμερο μνημόσυνο του φίλου μου του Κοσμά, που μαζί στο ίδιο δωμάτιο δίναμε τη μάχη με την επάρατο πριν μερικά χρόνια.
Κι άρχισε ο παππάς να αναλύει το ιστορικό της Υπαπαντής.
Ηταν λέει ο Συμεών που τον είχε φωνάξει ο Πτολεμαίος στο Φάρο της Αλεξάνδρειας μαζί με άλλους 71 (72 ήταν οι "εβδομήκοντα"), που ήξεραν καλά ελληνικά και εβραϊκά για να μεταφράσουν την Παλαιά Διαθήκη.
Σ αυτόν έπεσε το βιβλίο του Ησαΐα που έλεγε ότι κάποια παρθένος θα γεννήσει το Μεσσία.
-Παρθένος και θα γεννήσει; Μα είναι δυνατόν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Και βγάζει ένα μαχαιράκι να ξύσει τη λέξη από τον πάπυρο.
-Οχι Συμεών, του λέει ένας άγγελος που παρουσιάστηκε μπροστά του.
–Μην μιλάς Ευάγγελε, Να πας καλύτερα έξω!
Δεν είχα οπτική επαφή, αλλά προφανώς απευθυνόταν σε κάποιον γνωστό του Βαγγέλη στο εκκλησίασμα, που το είχε ρίξει στη κουβεντούλα.
Λοιπόν όταν η Παναγία 40ντησε και πήγε στο Ναό του Σολομώντος αυτός ο Συμεών ήταν εκεί και πήρε το βρέφος στην αγκαλιά του.
Μα η μετάφραση των Ο' (εβδομήκοντα) έγινε κάνα δυό αιώνες παλαιότερα σκέφτηκα, αλλά ο παππούλης συμπλήρωσε ότι ο Συμεών έζησε 280 χρόνια!
Υποψιάζομαι ότι η προσθήκη των 280 χρόνων έγινε μεταγενέστερα για να μπαλωθεί το ιστορικό λάθος με τον Συμεών.


1962 Ο κ. Υφηγητής




Πρωτοετής. Στο Καφενείου του Χημείου, Σόλωνος. Ο Κ. παρελθόντων (πολλών) ετών που το παίζει Υφηγητής (στα ιδιαίτερα μαθήματα) με πλησιάζει:
-Μικρέ, σε λίγο που θα έρθει απέναντι στην είσοδο του Χημείου μια μαμά με τον γιό της, θα με πλησιάσεις και θα με ρωτήσεις «Πότε θα δώσουμε εξετάσεις κύριε Υφηγητά;»


Οπερ και εγένετο. Τους πλησίασα και με σεβασμό του έθεσα το ερώτημα.
Με κοίταξε απαξιωτικά. Γούρλωσε τα μάτια του και με στόμφο μου είπε νευριασμένος:
-Να διαβάζετε τις ανακοινώσεις μου!


Εσκασα στα γέλια.

1945 Το μπόλικο



Γς είπε
> ο ποιητής μάς διδάσκει τη διαφορά ανάμεσα στο “πολύ” και στο “αρκετά”
Ο μετανάστης σε μια ξένη χώρα θα περάσει κι από το στάδιο του νήπιου που μαθαίνει τις λέξεις μία μια.
Πολύ, αρκετά και μπόλικο.
Ετσι και γώ παράνομος μετανάστης σ αυτή τη ζωή έμαθα το ‘πολύ’.
Το ‘αρκετά’ δεν θυμάμαι αν το είχα μάθει, αλλά το ‘μπόλικο’ το έμαθα νωρίς.
Μόνο που το έμαθα στραβά.
Δεν μιλούσα καν νομίζω ακόμα, αλλά καταλάβαινα μερικές λέξεις.
Ισως και να μην περπατούσα κιόλας γιατί θυμάμαι σαν να καθόμουν ή να με κράταγε κάποιος στην αγκαλιά του όταν ο μπάρμπας μου ο Πότης μου έδειξε ένα λεμόνι.
Λεμόνι είχα ξαναδεί. Ισως είχα ακούσει και τη λέξη. Αλλά αυτό το λεμόνι δεν ήταν τόσο κίτρινο.
Το έκοψε και μου έδωσε λίγο λέγοντας μου:
-Μπόλικο.
Ετσι έμαθα το ‘μπόλικο’ που τρώγεται κιόλας.
Το πορτοκάλι δηλαδή


Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Να μεγαλώνεις γονείς



ΛΑΜΠΡΟΣ είπε: >και αποφασίσαμε με την σύντροφό μου, (παιδαγωγός νηπιαγωγός) να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας δημοκρατικά, χωρίς βία

Κάπως έτσι κι εγώ τα μεγάλωσα.
Και που λες δικέ μου θυμάμαι κάποτε. που μόλις πριν τα αμολήσουμε στην πλάζ, τον αδελφό μου να τρίζει τα δόντια στα παιδιά του. Να είναι φρόνιμοι, να μην.. να μην.. γιατί θα τους πάρει ο διάολος το κλπ.
Κι έρχονται τα δικά μου:
-Μπαμπά σε παρακαλούμε μην αρχίσεις πάλι τα ίδια αστεία με τον κόσμο.
Κόκκαλο το αδελφάκι.
-Καλά ρε συ, αντί να τους κυνηγάς, σε κυνηγάνε;

Δια βίου μάθηση



Αναγκάστηκα να πω στα πιτσιρίκια μου επειγόντως και προώρως πως γεννιούνται τα παιδιά για να προλάβω τραυματικές εμπειρίες:
Είχαν γίνει άθελά τους αυτόπτες μάρτυρες στην παραλία ενός σαδομακάκα (που τις έφαγε κανονικά) και της τσούλας του.
Μερικές μέρες μετά, κάποιος ανώμαλος παράσυρε μια συμμαθήτρια του γιού μου (Α τάξη δημοτικού) στο δασάκι στα Ηλύσια. (Και να δεις που έπεσε πάνω στον πατέρα της μικρής που συμπτωματικά περνούσε από κει!).
Πιάνει λοιπόν το γιό μου η μάνα μου ιδιαιτέρως στην αυλή:
-Να προσέχεις αγόρι μου. Είδες με εκείνον που πήγε να σφάξει το κοριτσάκι.
-Δεν πήγε να το σφάξει. Πήγε να.. να..
Κι όσο έβλεπε τη γιαγιά του με ανοιχτό το στόμα, τόσο της άνοιγε τα μάτια.
Μέχρι που δεν άντεξε η συχωρεμένη. Σηκώθηκε και μπούκαρε στο σαλόνι:
-Εγκληματίες!
Άναυδοι εγώ κι η γυναίκα μου

Ραβέννα





Και για την Ραβέννα:
Καλά, αν σας πω πόσες είχα ρίξει με τα ψηφιδωτά της Ραβέννας.


-Τι κοιτάζεις; 

-Τίποτα, απλά μου θυμίζεις κάτι..αχ, ολόιδια είσαι.
–Με τι; (παύση κλπ) 
–Τι σου θυμίζω;
-Να, τη Θεοδώρα δίπλα στον Ιουστινιανό. Ιδια είσαι σαν αυτοκράτειρα (scrive μπιπ).


Και πώς δούλευε αυτό το ψηφιδωτό!
Μέχρι που κι αυτό κατάντησε σαν την κοπάνα που λέγαμε.


Η τελευταία φορά που το χρησιμοποίησα (και έπιασε) ήταν στη γραμματέα της Γαστρεντερολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ. Γεννηματάς"
Τι πέτυχα; 

Να κλείσω σύντομα ραντεβού για Κολονοσκόπηση!

Το γιαουρτάκι






Είχε πιάσει και η άνοιξη και δεν ξέρω πως παράτησα τη δουλειά μου και έκανα μια βόλτα. 
Μέχρι το Δαφνί έφτασα. Και γυρίζοντας κάνω έτσι στο Χαϊδάρι και μπήκα σ ένα φούρνο.
Πιάσαμε κουβεντούλα με μερικούς εκεί, έφαγα και ένα γιαουρτάκι με φρέσκο κουλουράκι. Μούρλια.

Γύριζα πίσω και σκεφτόμουν ότι ήταν σαν τότε που την κάναμε κοπάνα απ το σχολείο. 
Και ξαφνικά πάγωσα:

Τότε την κάναμε κοπάνα για κάνα γκομενάκι.

Τώρα για ένα γιαούρτάκι γαμώτο;

Το Παντελόνι



Είναι να μη μπω σε Νοσοκομείο ή Εφορία. Αρχίζω να λέω ότι μου έρθει, νομίζοντας ότι κάνω χιούμορ, μπας και ξορκίσω το κακό.
Σε ένα γραφείο εφορίας λοιπόν για κάποιο λάθος τους. Ερχεται η σειρά μου:
-Εσείς γιατί ήρθατε;
-Εγώ;
-Ναι.
-Α, ήρθα για αλλαγή.
-Τι αλλαγή;
-Ένα παντελόνι.
-Τι παντελόνι; Πήρατε κάνα παντελόνι από δω κύριε;
-Εγώ όχι. Εσείς μου το πήρατε!

1961 Οι Κατελάνοι



Τους Κατελάνους τους παρουσίαζαν ως σούπερ του υποκόσμου. Ησαν όμως;
Δεν ήταν Ισπανοί. Μανιάτες ήσαν.

Από περιέργεια σε μια τσάρκα μας κατεβήκαμε κάποτε στο κέντρο τους ‘Χαβάη’ κάτω απ το ‘Περοκέ’.
Μόλις καταλάβαμε όμως περί τίνος πρόκειται, πήγαμε να πληρώσουμε δυο-τρία ποτά που είχαμε πιει και να την κάνουμε.

Μας έφεραν ένα λογαριασμό φαρμάκι. Διαμαρτυρηθήκαμε με τσαμπουκά και ήρθε ο μεγάλος (ιδέα δεν είχαμε ποιος ήταν) και μας παρεκάλεσε ευγενικά να … φύγουμε. Χωρίς να πληρώσουμε.
Δυο μέρες αργότερα μάθαμε ότι σκότωσαν κάποιον εκεί μέσα που έκανε φασαρία λέγανε οι εφημερίδες.
Ποιοι όμως τον καθάρισαν;
Ολοι τους έτρεμαν τους "φονιάδες κουμπουροφόρους", που καταζητούντο πλέον.
Και ξαφνικά όπως λέει και η εφημερίδα εδώ(8η σελίδα) τους έπιασαν κάτω από μια σκάφη σε ένα πλυσταριό!

Είναι όμως έτσι;
Εμένα δεν μου φάνηκαν τόσο αγροίκοι όσο τους παρουσίαζαν τα μίντια της εποχής.
Θύματα ανταγωνισμών του χώρου;
Ητανε και πατριωτάκια, Μανιάτες




ε

Κορίτσια ο στόλος!



Σελιδοδείκτες.
Εβαζα και γω κάτι ανάμεσα στις σελίδες. Όχι για να θυμάμαι τη σελίδα. Απλώς για να το κρύψω, να μην φαίνεται.
Δολάρια, που κονομούσαμε από τις ιερόδουλες του Πειραιά. Τα έβαζα μέσα σε βιβλία για να μην τα βρει η μάνα μου.


-Ντου γιου γουόντ γκερλς?


Και τα πηγαίναμε τα Τζωννάκια του 6ου στόλου σαν γαλόπουλα στις κυρίες.
Παίρναμε ένα δολάριο το κεφάλι. Θυμάμαι μια μέρα που πήγα 5 και μου έδωσε 4 USD.


-Γιατί τέσσερα; 

-Αυτός δεν… 
-Γιατί ρε Τζώννυ; 
-Α’μ βέρτζυ.

Κάτι ψυλλιάστηκα, αλλά άντρας και βέρτζυ δεν το έπιανα 14-15 χρονών τότε.
Η πλάκα είναι ότι δεν θυμόμουν πάντα σε ποιο βιβλίο τα έβαζα. 

Για δεκαετίες έβρισκα δολάρια. Μέσα στου Τόγκα. Στην Τριγωνομετρία. Στη Φυσική
Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι από αυτούς που δανείστηκαν ή βούτηξαν βιβλία μου.

Παλούκια



Πολύ αέρας σήμερα. Απαγορευτικό παντού. Ακόμα και στο Πέραμα, για τα Παλούκια.
Και γινόταν η εκλογή ενός φίλου και γω είχα κανονίσει να είμαι κάπου αλλού.
-Ρε συ δεν μπορώ να έρθω να ψηφίσω στην εκλογή σου. Εχω ένα συνέδριο.
-Α, που;
-Στo Μπόρα-Μπόρα.
-Δεν θα πάς. Θα έρθεις και μετά θα πληρώσω εγώ να πας κάπου.
-Που;
-Παλούκια-Παλούκια!

Πρίζα



Και περιμέναμε στην ουρά να αποφασίσει ο μάγκας ποια πρίζα θα γοράσει.
Κοίταζε τη μία, άφηνε την άλλη, την παράλλη και φτου κι απ την αρχή.
Σε μια στιγμή με αποφασιστικότητα γραπώνει μία (αναπνεύσαμε) και γυρίζει στο διπλανό του (εμένα) σαν να θέλει και τη γνώμη του.
-Μάπα είναι!
Και την ξανακούμπησε δίπλα στις άλλες.
Το εκτίμησαν όλοι το καλαμπούρι εκτός από τον ηλεκρολόγο σοπ όουνερ.
Με κυνήγησε μέχρι δυο στενά πιο κάτω.

Παραμύθια



Αμάν με τα παραμύθια!
“Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”.
Ο μεγάλος μου, όταν μπουσούλαγε έκρυβε ότι φαγώσιμο του έπεφτε στα χέρια για αργότερα, στα πιο απίθανα μέρη.
Πολύ φαγάς.
Και στα παραμύθια έλεγε και ήθελε να του λένε, στο τέλος:
“Κι έφαγαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα”

Σπαθί





Αχ αυτές οι στιγμές αμηχανίας στις προβολές.
Ροζικλερ και ο καλός μια ώρα τις έτρωγε και μόλις τα τελευταία λεπτά τραβάει το σπαθί του και σκοτώνει τον κακό. (Προφανώς τους έλειπε μια μπομπίνα από το φιλμ).
Ανακούφιση βέβαια, αλλά…
Κι εκεί που έπεφταν οι τίτλοι μπρος το παλληκαράκι που είχε το σπαθί του πάνω στον κακό, ακούγεται μια φωνή απ τον εξώστη:
-Ρίξτου κι έναν @ού@σο!

Ομπρέλα



Είχε ένα αέρα μα τι αέρα. Από εκείνον τον περίεργο που σηκώνει τα φουστάνια.
Ενα τέτοιο έγινε μπρος τα μάτια μου κάποτε. Φάνηκε και το εσώρουχό της.
Και ρωτάει ένας το φίλο του δίπλα μου:
-Δικέ μου, σου έχει τύχει ‘ομπρέλα’ και να μη φοράει τίποτα από κάτω;
-Όχι ρε συ.
Δεν με έχει αξιώσει ο θεός ακόμα…

Περσικός Κόλπος



Υπάρχει κι ο κόλπος των ναυτικών. Ο περσικός.
-Νεφέλη ο άντρας σου ο καπετάνιος στο τηλέφωνο!
-Ελα που είσαι; Στο Κόλπο; Πότε θα έρθετε; Στο Πειραιά!
Φώναζε του κερατά. Μαζεύτηκαν όλοι στο εργαστήριο.
-Τι φώναζες έτσι μωρή; Και κάνω πως υπολογίζω, τΑνατολή, Δύση, Βορράς, Νότος:
-Και γιατί φώναζες προς την Ιερά Οδό; Προς το Γκάζι έπρεπε να φωνάζεις στον άντρα σου. Προς τα εκεί είναι ο Κόλπος!

[Από: Πως βαζουμε κανελα στην κορφη;]

Μπαχαρικά



Δεν ξέρω τι λέτε αλλά εγώ έχω πρόβλημα με τα μπαχαρικά.
Εχουμε ένα ντουλάπι ολόκληρο από δαύτα, αλλά ποτέ δεν βρίσκω (εύκολα) αυτό που θέλω και μάλιστα όταν το θέλω σε στιγμές άγριας λαιμαργίας!
Γι αυτό κι εγώ έχω ξεμοναχιάσει σε ιδιαίτερο χώρο (σε συρτάρι του γραφείου μου) κανέλα και μαύρο πιπέρι.
Ετσι λύθηκε το πρόβλημα. Κατα κάποιο τρόπο όμως. Τα μπερδεύω καμιά φορά πάνω στη λαιμαργία μου! Αν σας πω πόσες κρέμες με πιπέρι και αυγά μάτι με κανέλα έχω φάει… 
Καλά έχω πάθει και χειρότερα:
Φοιτητής θυμάμαι είχα φτιάξει μια χωριάτικη, όνειρο:
Ντοματούλες, αγγουράκι, κρεμμυδάκι, ελίτσες, φετούλα και πλακώνω, αλατάκι, ρίγανη, το μπουκάλι με το λάδι, με το, με το και με το…Α
VA!
Πόσο την έκλαψα… Κι αυτό μνημόσυνο της είναι τώρα.

Καλάσνικωφ


Και η φρέσκια κοτσάνα μου, πριν λίγο.
Κάπου έχω παρατήσει το κινητό μου και κατέβηκα στα αμάξι να ψάξω.
Μετά είπα μήπως μου έπεσε την ωρα που έσκυψα στο πορτμπαγκάζ να μαζέψω κάτι πορτοκάλια που μου έπεσαν στο δρόμο.
Κοίταξα κάτω απ το αμάξι και μετα γενικώς τριγύρω.
-Ψάχνεται κάτι κύριε; Μου λένε κάτι Ζητάδες που έχουν σταματήσει με τις μηχανές για τσιγάρο στη γωνία.
Τους κοιτάζω και
-Ναι ρε γμτ. Κάπου εδώ είχα αφήσει ένα καλάσνικωφ.
Την άλλη φορά όμως στη Πάρνηθα που έπαιζαν τάβλι μερικοί πυροσβέστες μας κοίταξαν λίγο περίεργα και για αυτό και γώ τους ρώτησα: -Μήπως σας βρίσκεται κανα στουπί, Δεν γέλασαν όλοι. Βρήκα και το μπελά μου

Ελληνάκια



Συμβούλιο της Επικρατείας: Ακυρος ο νόμος Ραγκούση περί ιθαγένειας.
Μωρέ τα παιδιά! Αυτά τα παιδιά. Και ειδικά τα μαυράκια.
Το Αλβανάκι κουτσά στραβά θα τα καταφέρει. Το πολύ πολύ η Κακαβιά πέντε ωρες είναι μακριά. Και αν θέλει πάλι εδώ. Για να καταλάβεις (αν δεν δεις τα παπίρεν, ντοκουμέντι) ότι είναι αλλοδαπός πρέπει να του κάνεις τεστ DNA (σε μια χώρα που είναι γεμάτη αρβανίτικους γενετικούς απλοτύπους παλαιόθεν).
Ενώ τα μαυράκια (τα φοβισμένα με εκείνα τα όμορφα ματάκια) κάνουν μπάμ σαν τη μύγα στο γάλα. Και δεν έχουν τα δόλια τη καβάτζα της Κακαβιάς. Κυνηγημένα, τρομοκρατημένα. Η χώρες τους είναι μακριά και ‘ξένες’. Θυμάμαι τη γυναίκα μου, που την τραβούσαν κάθε τόσο στο αλλοδαπών, φοιτήτρια [..μου ;-)]. Μέχρι και στο κρατητήριο την έβαλαν κάποτε με τις πόρνες, πριν γίνει και στα χαρτιά Ελληνίδα.
Τα έχω ζήσει αυτά τα παιδιά και τα ζω. Πόσο ελληνάκια νιώθουν.
Και όχι μόνο εδώ. Στο Μασατσούσετ, κοντά στους έλληνες της Βοστώνης, τα παιδιά του κουνιάδου μου του Μίμη και της Κατερίνας [επίσης… φοιτήτριας μου ;-)
] που σπούδασαν εδώ.
Και των επίσης ελληνοσπουδαγμένων κουμπάρων μας στο Λονδίνο. Και τα τρία τους κορίτσια που γεννήθηκαν και πήγαν σχολείο εδώ νιώθουν ελληνίδες. Τελείωσαν και φοιτούν στο Πανεπιστήμιο εκεί. Τα ελληνικά τους καλύτερα από πολλών άλλων και η μεγάλη, συγγραφέας ήδη εκεί, μας έδειχνε το καλοκαίρι ενα βιβλίο που τελειώνει στα ελληνικά.

1954 Γαβριέλλα


Το σπίτι της θειάς μου ήταν απέναντι απο την Γαβριέλλα στη Μάρκου Ευγενικού. Εχω περάσει ένα μεγάλο διάστημα των παιδικάτων μου εκεί και την θυμάμαι ήταν ψηλή με μια ξανθιά κοτσίδα μέχρι τη μέση της. Καλή γυναίκα, μόνο που μας φώναζε όταν κάναμε φασαρία στο δρόμο.
Ο Χαρδαβέλας είχε κάνει πριν καιρό μια εκπομπή γι αυτήν στην οποία μίλησε και με τη νύφη μου, που την θυμόταν καλά.
-Λίγο πριν την σκοτώσουν με είχε δει στο δρόμο. Και με ρώτησε:
–Τι κάνεις; Είσαι η γυναίκα του Γ.Σ. (Πρώτος ξάδελφος).
Κι ο Χαρδαβέλας όταν έπαιξε η συνομιλία:
-Είδατε θυμήθηκε τον πελάτη της.
Φτού! Την εκπομπή είχε δεί η μισή ελλάδα.
Κι έχουμε και το ίδιο όνομα και επίθετο με τον ξάδελφο…


1949 Το Ψωμί



Δελτίο για το ψωμί υπήρχε για αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Εγώ πρόλαβα το δελτίο και στο μπακάλη. Ζάχαρη, ρύζι κλπ.
Το ψωμί βέβαια ήταν μαύρο. Ασπρο ψωμί (που θεωρείτο πολυτελείας) είδα για πρώτη φορά στο σπίτι της πουτάνας της κυρα-Πίτσας, της μάνας του φίλου μου του Κώστα (ονόματα αλλαγμένα).

 Καμιά φορά ο αγρίως υποιτιζόμενος Κάκτος πέρναγε από το σπίτι τους πριν πάνε με τον Κώστα στο νηπιαγωγείο. Πάντα η κυρα τέτοια του ετοίμαζε το πρωινό και μια φέτα άσπρο ψωμί με βούτυρο και … μέλι!
Εδώ μου έχει κάτσει αυτό το μέλι που έρεε αργά πάνω στη στρώση του βουτύρου.
Κι ούτε μια φορά δεν μου είπε, έτσι για τα μάτια, που μου είχαν πεταχτεί έξω: -Θέλεις Κακτούλη λίγο;
Α ξέχασα να σας πω ότι η πουτάνα αυτή ήταν και πόρνη (όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία)


1981 Καφες



Μόλις έφυγε η κυρά με τα μικρά στην Πάρο, είπα να απολαύσω την ολιγοήμερη ελευθερία μου, μέχρι να φύγω κι εγώ για το νησί.
Και την αράζω στη βεράντα, κάτω από τις τέντες, δίπλα στα γιασεμιά και τις γαζίες.
Και βάζω το μπρίκι με καφέ και ζάχαρι και μόλις φούσκωσε ανάβω και τσιγαράκι και ρουφάω μια γουλιά με όλους τους κανόνες του αραλικίου.
Δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή ή τουλάχιστον δεν θα την ξεχάσει τα λαρύγκι μου.
Ηταν η κυρά που συνήθως μου έφτιαχνε τον καφέ και που ήξερε να ξεχωρίζει τα βαζάκια, κουτάκια (πως λέγονται) του αλατιού και της ζάχαρης.
Δεν υπάρχει πιο απαίσια γεύση.

1962 Κρεμα



-Θα ρίξουμε κανέλα;
-Θα ρίξουμε κανέλα;
Ολοι αυτό έλεγαν στην κατασκήνωση του Υπουργείου Προνοίας στο Καβούρι όπου εμείς οι παλιοί εκπαιδεύαμε τους καινούργιους ομαδάρχες.
Ηταν η τελευταία από τις 5 μέρες και θα ακολουθούσε γιορτή.
Απόγευμα λοιπόν και είχε σερβιριστεί η κρέμα (όπως θα γινόταν στην πραγματική κατασκήνωση) Παρόντες και υψηλά προσώπατα από το Υπουργείο κλπ.
Μόλις είχα βγει από την κουζίνα όπου η φίλη μου η Αννα έκανε ότι μπορούσε. Εγώ όμως πειραχτήρι:
-Τι θα γίνει μωρή, θα ρίξουμε κανέναν.
–Σκάσε ρε, μη φωνάζεις!
Μια δυο, τελικά έσκασα. Παίρνει η Αννα τη κατσαρόλα με την υπόλοιπη κρέμα και πάμε να τη σερβίρουμε.
Οπότε της φωνάζω μπρος σε όλους:
-Τι θα γίνει Αννα, θα ρίξουμε κανένα.
Πάγωσε, μου φαίνεται ότι πρασίνισε κιόλας. Πάντως η κατσαρόλα της έφυγε από τα χέρια.
Κανείς δεν κατάλαβε ότι δεν είπα ‘κανέλα’.

1991 figlia - fica


Στα Ρουμάνικα fica είναι η κόρη. Κοίταξε τώρα. Αδελφάκι της Ιταλικής τα Ρουμάνικα και την κόρη την λένε fica…Τυχαίο; Ηταν για να την πατήσω εγώ:
20 χρόνια πριν. Εποχή μεγάλων απεργιών στα Πανεπιστήμια. Πήγα για μερικές μέρες στην Ιταλία και καταλήξαμε να την γυρίζουμε ένα μήνα. Ημουνα με μια φίλη μου την Ελένη που είχε σπουδάσει στην Τιμισουάρα της Ρουμανίας και η οποία έβαζε ρουμάνικες λέξεις στα φτωχά ιταλικά της και τα ψιλοκατάφερνε πολλές φορές.

Ηταν στο Rende στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας που με είχε καλέσει η φίλη μου η Τζοβάνα Ντε Μπενεντίκτις για μια διάλεξη πάνω σε ένα θέμα που παλεύαμε τότε. 
Αμφιθέατρο, Καθηγητές κάργα φοιτητές. Τελείωσα κα ερωτήσεις κλπ. Οπότε μια προφεσορέσα ρωτάει την Ελένη τι κάνει, εννοώντας ερευνητικά. Κι αυτή, που νόμισε πως την ρώτησε «Τι είναι» βρήκε την ώρα να κάνει χιούμορ κι απαντάει: 
-Είμαι η κόρη του.
Μόνο που το κόρη δεν το ήξερε και το έβαλε στα Ρουμάνικα!
-Sono sua fica!
Χαμός.
Η πλάκα είναι ότι δεν καταλαβα ότι ήταν από τα Ρουμάνικα για να λυθεί η παρεξήγηση.
Πρόφτασα όμως και της φώναξα στα …ελληνικά:
-Σκάσε μωρή  @ουτάνα!
Κι έδεσε το πράγμα

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

1949 Μαντού





Ημουν 3 χρονων και πείναγα. Και στα 4 πείναγα.
Μέχρι που στα 5 πλάκωσε στο νηπιαγωγείο μια Ιατρική μονάδα (της UNRRA ;).
Μας είχαν κάνει «εμβόλιο» Μαντού (ετσι το λέγανε το τεστ) για φυματίωση.
Θυμάμαι την μέρα που ήρθαν για τα αποτελέσματα.
Μας είχαν στη σειρά με γυμνό το στήθος (μην φανταστείτε κανα στήθος Βαρτζενέγκε. Στήθος κοτόπουλου μάλλον.  Ζύγιζα δεν ζύγιζα 10 και κάτι κιλά).

Φώναζαν λοιπόν ένα ένα τα ονόματα και πηγαίναμε να μας ελέγξουν
-Papadopoulo
Πήγαινε το Παπαντόπουλο. Τον εξετάζανε.. Βλέπανε ότι ήταν καλά και κάτι λέγανε στη γλώσσα τους στην γραμματέα τους, που δεν το καταλάβαινα. Ας πούμε: Negative.
Ομως μου είχε κάνει εντύπωση το πρόσωπό τους όταν βλέπανε το αποτέλεσμα και λέγανε εκεινο το «νέγκατιβ». Κάτι σαν λυπημένο. Σαν να ψάχνανε κάτι και να μην το έβρισκαν.
Στενοχωριόμουν κι εγώ.
Μέχρι που ήρθε η σειρά μου!
-Kakto Kaktopoulo

Βηματισα σταθερά, όλο ελπίδα, προς το μέρος τους.
Με εξετάζουν και…΄
Φυσικά, Όπως το είχα σκεφτεί:
Ημουν διαφορετικός από τους άλλους!
Τα πρόσωπά τους άστραψαν. Ηρθαν όλοι απάνω μου και κοίταζαν το εύρημα.
Δεν είπαν «νεγκατιβ» Μάλλον «ποζιτιβ» θα είπαν.

Κοίταξα αφ’ υψηλού τη χλέμπα τους συμμαθητές μου που με έβλεπαν με δέος και ζήλεια.
Ημουν ο πρώτος. Ο ξεχωριστός του νηπιαγωγείου.

Δεν ξέραμε τίποτα για φυματίωση.

Αλλοίμονο το τίμημα της δόξας ήταν νοσηλεία και εντατική ιατρική φροντίδα και αλλεπάλληλες ενέσεις "κατα ριπάς" στον ποπό.

Και πάλι μάγκες!

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

2009 Heil Hitler



Με το που μπήκε στο θάλαμό μας άρχισε να μας μιλάει με πάθος για τα πιστεύω του.
Θα χειρουργείτο κι αυτός, όχι όμως για καρκίνο, όπως εγώ. Αρα είχαν μεγάλες ελπίδες η Ομόνοια, το Μεταξουργείο, η Κυψέλη να τον ξαναδούν τα βράδια να κυνηγάει αλλοδαπούς, μετανάστες. Οι μαύροι ήταν ο αγαπημένος του στόχος.

Μου απαριθμούσε τα κατορθώματα του με τους βρωμοαράπηδες τόσο παραστατικά, που απορούσα που βρίσκει αυτή τη ζωντάνια και τη λεβεντιά.
Σε μια στιγμή μάλιστα σηκώθηκε από την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι μου και χαιρέτισε πατριωτικά, χιτλερικά, νεοναζιστικά.
Τον αποθανάτισα (φωτό).

Κι αμέσως μετά από μερικά δευτερόλεπτα μπήκε στο θάλαμο μια γυναίκα.
Μας πλησίασε και του είπε «Καλημέρα» με ένα τεράστιο χαμόγελο.
Σάστισε. Καλημέρα, ψέλλισε.

-Η γυναίκα μου του είπα.


(που κατάγεται από την υποσαχάριο Αφρική και είναι πιο μαύρη από το κατράμι)

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Τζημ






-Χελόου Τζημ
-Χελόου Τζων
Συναντιόμασταν συχνά με τα ποδήλατά μας πηγαίνοντας στο Πανεπιστήμιο, στο Χιούστον.
Ηταν ένα συμπαθητικό γεροντάκι. Μιλούσαμε για τα διάφορα και δεν τον είχα ρωτήσει τι κάνει στο Πανεπιστήμιο. Τον έκοβα για τεχνίσιαν, για μαραγκό, για ηλεκτρολόγο. Θυμάμαι που είχε προσαρμόσει στα γυαλιά του ένα μικρό οδοντιατρικό καθρεφτάκι για να κοιτάζει πίσω.
Κι ήρθε μια μέρα που ο πρύτανης δεξιώθηκε τους καθηγητές. Περνούσαμε μπροστά του, μας χαιρετούσε κλπ κλπ. Στην ουρά λοιπόν περίμενα να φτάσω κι εγώ, όταν είδα το ψηλό  Τζημ   γραβατωμένο με τα καλά του, δίπλα στον πρύτανη.
Αμάν! Πρέπει να είναι σπουδαίο πρφοσώπατο ο Τζημ.  Ελα όμως όταν πλησίασα ανακάλυψα ότι ο Τζημ ήταν ο Πρύτανης!
-Χελόου Τζων
-Σόρρυ Τζημ
-Σόρρυ γιατί;
Τι να του πω; Για τις κουρσσάρες, τους οδηγούς και τον τουπέ των πρυτανικών αρχών των Ελληνικών ΑΕΙ?