Συνολικές προβολές σελίδας

Η λίστα ιστολογίων μου

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Νομός Μαγνησίας



Κανονικά έπρεπε να είχα γίνει γιατρός και έδωσα εισαγωγικές στην Ιατρική, αλλά και στην Φυσικομαθηματική (επιτρεπόταν τότε).
Την πάτησα όμως στην Ιατρική για μια μονάδα. Είχα γράψει στη Χημεία ένα Μαγγάνιο να το πιεις στο ποτήρι. Μόνο που μας είχαν ζητήσει το Μαγνήσιο.
Τα μπέρδευα αυτά τα δύο στοιχεία. Ειχα μάλιστα και ένα μνημονικό σχήμα. Την χερσόνησο του Νομού Μαγνησίας που μοιάζει με την ουρίτσα του
g Μαγνήσιο (Mg). Τελικά ήταν για να σωθεί κόσμος και κοσμάκης από τα χέρια μου και τα μπέρδεψα.
Με πήρανε αργότερα ως επιλαχόντα, αλλά ήδη φοιτούσα στη Φυσικομαθηματική και είχα γλυκαθεί με τα ιδιαίτερα.
Γράφτηκα αργότερα στην Ιατρική ως πτυχιούχος άλλης σχολής, αλλά δεν την τελείωσα (για το καλό της ανθρωπότητας πάντα).

Η τεκνατζού μου



Περίμενα το μεσαίο μου γιο στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και να η Αρτεμη με τις βαλίτσες να βγαίνει από την αίθουσα. Ηταν στην ίδια πτήση. Το κοριτσάκι μου που ήταν πια μεγάλη γυναίκα.
–Τι έγινε βρε, πως από δω;
–Περιμένω το γιο μου.
Που μόλις έφτασε κι αυτός με το καροτσάκι και τις βαλίτσες του.
-Γιός σου είναι;
-Ναι γιατί;
-Όχι ρε γαμώτο!
Προσπάθησα να μάθω προς τι η έκπληξη της κυρίας  αλλά στα προσωπικά του ήταν πάντα τάφος ο μικρός.
Αργότερα έμαθα από την ίδια ότι του την είχε πέσει στο αεροπλάνο, η τεκνατζού…

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Ατομική βόμβα



Είχα ξενυχτήσει στο Δημόκριτο στην Αγία Παρασκευή πάνω σε ένα πείραμα και είπα να πάω για ύπνο. Πήρα την Πύλη και τους είπα να ειδοποιήσουν ένα ταξί. Βγήκα από το κτήριο και είδα μες το σκοτάδι τα φώτα του ταξί που με έψαχνε μέσα στα δρομάκια του Κέντρου.

-Ευχαριστώ. Καλησπέρα δηλαδή καλημέρα.
-Πως πάμε;
-Καλά.
-Καλά ε;
-Ναι καλά.
-Μπράβο, μπράβο! Ξέρω.
-Τι ξέρετε;
-Ξέρω, ξέρω. Καταλαβαίνω δεν μπορείτε να μιλήσετε, αλλά μπράβο!

Τι είχε συμβεί;

Ηταν πάλι, αρχές των 70, μια περίοδος των Ελληνο-Τουρκικών εντάσεων και στη πιάτσα των ταξιτζήδων εκεί οργίαζε το ράδιο αρβύλα για τους επιστήμονες που δουλεύουν κρυφά μέρα νύχτα στον Ατομικό Αντιδραστήρα για την παραγωγή Ατομικής Βόμβας!

Μου μίλαγε και τον έβλεπα στο καθρεφτάκι να με … καμαρώνει.

-Μπράβο, μπράβο!
Του εξήγησα ότι από όσο τουλάχιστον ξέρω δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

-Καταλαβαίνω. Δεν θέλω να μου πείτε τίποτε.

Φτάσαμε σπίτι τον πλήρωσα και τον καληνύχτισα.
Αυτός εκεί. Με κοίταζε, με θαυμασμό θα έλεγα, που άνοιγα την πόρτα μου.


Κι η γυναίκα μου:
-Καλά βρε συ. Τι σε εμπόδιζε να του ανεβάσεις λίγο το ηθικό του ανθρώπου;


Το τσιγάρο



Θυμάμαι όταν κατεβαίναμε με τη μάνα μου γύρω στο 1950 στους νονούς μου στις αρχές της  Ασκληπιού 3 ή 5. 
Σε μια υπέροχη ακόμη Αθήνα που μόλις προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το κακό που τη βρήκε με την κάθοδο όλων των κατατρεγμένων επαρχιωτών που ο εμφύλιος κυρίως τους έφερε στη πρωτεύουσα. 
Ναι είχε συνείδηση τότε η πόλη και ήταν γεμάτη νεοκλασικά η περιοχή των νονών μου. Η Πανεπιστημίου, η Ακαδημίας, η Ασκληπιού. 
Τα πρόλαβα πριν τα αφανίσει η  πρόοδος.

Γιατροί κι οι δυό πρωτοκλασάτοι και γερμανοσπουδαγμένοι.
Η μάνα μου ήταν βοηθός στο μικροβιολογικό εργαστήριο της νονάς μου της Κάτε στην κατοχή. Και σαν να την ακούω ακόμα τη μάνα μου να μιλάει και να εξηγεί στα γερμανικά τις αιματολογικές εξετάσεις.

Ημουν το αγαπημένο τους βαφτιστήρι, πάει και τελείωσε. Κι έπρεπε να ακούω τις συμβουλές τους και να είμαι τύπος και υπογραμμός.
Και κάθε λίγο και λιγάκι με εξέταζε ο παθολόγος νονός μου ο Αριστομένης (πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου και του Ευαγγελισμού παρακαλώ).

Ομως εκείνη την ημέρα που με ξεγύμνωσε πάλι και άρχισε να με γραδάρει με τα στηθοσκόπια του  κλπ. ξαφνικά σταματάει. Με κοιτάζει, σκέφτεται και ξανά με αφουγκράζεται τον 12ετή πια Κάκτο (Γς).
Και πάλι τα ίδια. Ανήσυχο ύφος κλπ. 
Να τα έχω παίξει εγώ. Λέει στη μάνα μου να μας αφήσει μόνους και με πλησιάζει και μου λέει εμπειστευτικοσυνωμοτικά:

-Δεν πιστεύω να καπνίζεις;

Κι άρχισε να μου λέει ότι λίγα τα ψωμιά μου με την περιπέτεια που είχα πριν 6 χρόνια με τα πνευμόνια  μου και τέτοια.
Ψάρωσα και με αγωνία περίμενα τις επόμενες εξετάσεις, όπου αργά αλλά σταθερά καλυτέρευα τάχα μου.

Μέχρι που έπιασα κάτι ύποπτα γελάκια της μάνας μου.
Μου την είχανε φέρει. Τα επόμενα τριάντα χρόνια κάπνισα χωρίς φόβο και πάθος.

Με 25 χρόνια αποχής μετά. 

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Δεν θέλω ου!





Στον Παρνασσό  ήταν; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως που ένας από τους ομιλητές τα έβαλε με τη γλωσσικὴ μεταρρύθμιση και τα έσερνε σ αυτούς που κατάργησαν τις δασείες ψιλές και περισπωμένες.
Ηταν φιλόλογος και θαρρώ του συλλόγου για τη Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας ή κάτι τέτοιο.
Δεν είχε το θεό του. Ηταν ασυγκράτητος και δεν εφείδετο χαρακτηρισμών εις βάρος αυτών που επέβαλαν το μονοτονικό.

Ποσώς με χάλαγε το ύφος του, αλλά πως να το κάνουμε ήταν θρασύς:
Στο ακροατήριο ήταν ο Γεώργιος Ράλλης. Κι αναρωτιέμαι αν είχε πάρει χαμπάρι τι έλεγε ο ομιλητής ή το αντίθετο. Από την ηρεμία του πάντως, ήθελα να πιστεύω, ότι τον είχε γραμμένο κανονικά. Ηταν και στα τελευταία του.



Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Παναγία η Ινδιάνα









Σε ένα βενζινάδικο λίγο πριν το Μοντερέι της Καλιφορνίας βλέπω μέσα στα διαφημιστικά φυλλάδια κι ένα με μια Μαντόνα εξόχως Ελληνική, Βυζαντινή, Μεγαλόχαρη.
Το πήρα και πληροφορήθηκα ότι δυο μοναχοί φτιάχνουν μία μονή της Παναγίας. Ο ένας απ αυτούς είδε λέει στον ύπνο του τη Παναγία κτλ κτλ. όλο το γνωστό κόπυ-πέιστ στόρι της θαμμένης εικόνας της Παναγίας της Τήνου.
Πανάρχαια λέει η εικόνα. Ε να μην την είχαν θάψει οι Ινδιάνοι τον καιρό της εικονοκλασίας;

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Τα τηλέφωνα



Κι ήταν οι εποχές που για να βάλεις τηλέφωνο έπρεπε να περιμένεις και καμιά δεκαετία. Μεγάλο πρόβλημα για τον παλιό εκείνο τον καιρό.
Ετσι λοιπόν όταν ανακοινώθηκε το 1967 ότι θα δοθούν νέες τηλεφωνικές γραμμές στην Κυψέλη έσπευσε κόσμος και κοσμάκης να καταθέσουν αιτήσεις στον ΟΤΕ της περιοχής.
Και φυσικά πρώτος και καλύτερος η αφεντιά μου, που έμενα τότε φοιτητής στην Κυψέλη. 
Συμπλήρωσα την αίτησή μου με όλα τα απαραίτητα (και μη) στοιχεία και υπέγραψα με εκείνο το «Ευπειθέστατος ο Αιτών» της εποχής. 

Κάνω να φύγω αλλά με παρεκάλεσε ένα γεροντάκι να τον βοηθήσω στην συμπλήρωση της δικής του αίτησης.
Κάθισα σ ένα τραπεζάκι και του την έφτιαξα. Κι απάνω που κάνω να σηκωθώ μου βάζει μια κυρούλα μπροστά τη δικιά της αίτηση. Τι να κάνω;
Με τρόμο είδα ότι η ουρά μεγάλωνε.
-Μα πρέπει να φύγω
-Τώρα που είναι η σειρά μου;
-Πάρτε τα λεφτά σας κύριε. Δεν είμαι της δουλειάς.
-Για έναν καφέ.

Ούτε θυμάμαι πόσους εξυπηρέτησα. Θυμάμαι όμως ότι είχε μαζευτεί ένα αρκετά καλό φοιτητικό χαρτζιλίκι. 

Remodeling


 

Πήγα για κάτι μερεμέτια σε μια έκθεση επίπλων στην πολύ κυριλέ τότε οδό Κυψέλης και τελικά μου ζήτησε  ο ιδιοκτήτης να του κάνω ένα γενικό φρεσκάρισμα στο μαγαζί.

Κόλλησα κι εγώ μια μεγάλη ταινία στη βιτρίνα «ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΣ».

Και μπαίνει ένας μπαμπάς και μια μαμά με τον κανακάρη τους που μόλις είχε μπει στην Πάντειο για να του αγοράσουν βιβλιοθήκη.

Κι εκεί που περιεργάζονταν τα έπιπλα με βλέπει ο μικρός ανεβασμένο στη σκάλα να βάφω.

-Ποιος έγραψε αυτά στη βιτρίνα;

-Εγώ, γιατί;

 

-Καλά δεν ξέρουμε γράμματα. Ανοίγουμε όμως και κάνα λεξικό.

-Γιατί ρε παλικάρι; Τι λάθος έκανα;

-Ανακαίνισις. Δεν γράφεται με άλφα γιώτα, αλλά με έψιλον!

 

Καμάρι η μαμά για το γιόκα της που κατατρόπωνε ένα μπογιατζή. Με κοίταζε με ένα απαξιωτικό ύφος αφ υψηλού κι ας ήμουν εγώ ψηλά στη σκάλα.

 

Κι αρχίζω να του λέω για καινό και κενό και τα τοιαύτα. Και το προχώρησα λίγο ακόμα κάνοντας υπαινιγμούς για ανακένιση και κενό κεφαλάκι και τέτοια.

 

-Θελεις να το δεις και στο λεξικό; Φώναξα τη Μαρία τη κομμώτρια δίπλα να βρει ένα λεξικό κι ώσπου να το φέρει η μαμά έβραζε περιμένοντας την δικαίωση του μπούλη της, ενώ ο μπαμπάς που είχε ψυλλιαστεί τη δουλειά έλεγε:

-Πάμε να φύγουμε σας παρακαλώ.

 

Τελικά η Μαρία ήρθε και …«Δεν είναι δυνατόν!» ο νέος.

 

-Συγνώμη ρε κυρ Κώστα που σου έμεινε κι η βιβλιοθήκη.

-Όχι, μωρέ. Καλά του έκανες. Το φχαριστήθηκα.

 

 

Teach yourself Swahili


 

Καλά περνούσα (περνούσαμε) στην Κυψέλη σαν φοιτητής. Ελα όμως που καμιά φορά έρχονται εκείνα τα κενά στα ιδιαίτερα και το ταμείο γινόταν μείον. Σε ένα τέτοιο κενό πήγα να κάνω κάτι μεροκάματα σε μια έκθεση `επίπλων. Τελικά το αφεντικό ήθελε να με προσλάβει υπάλληλο με καλό μισθό καο ποσοστά.

Τα λεφτά ήταν καλά και δέχτηκα. Γρήγορα όμως φούντωσαν πάλι τα ιδιαίτερα και του είπα ότι στο τέλος κάποιας εβδομάδας θα την κάνω.

Πολύ καλός άνθρωπος. Αυτός και η γυναίκα του με αγαπούσαν σαν παιδί τους, όπως μου έλεγαν και έδειχναν.

Τελευταία μέρα (και ώρα-έχει σημασία) στο μαγαζί και μπαίνουν στην έκθεση επίπλων δυο ζευγάρια παλιννοστούντων ομογενών από την Αφρική.

Ηταν η εποχή (δεκαετία του 60) που την κοπανάγανε από τις πρώην αποικίες από τις ταραχές που ξέσπαγαν με την ανεξαρτητοποίηση τους.

Στην αρχή έδειξαν ενδιαφέρον για ταt έπιπλα αλλά τελικά «Ωραία είναι. Θα ξαναπεράσουμε»

Δεν πρόλαβαν όμως να φύγουνε γιατί από το βάθος του μαγαζιού τους πετάω

- Μαμπουόνο να μαμπίμπι. Τζάμπο!

Τα έχασαν. Κι άρχισαν να μου μιλούν στα Σουαχίλι.

Μερικα τα καταλάβαινα. Είπα κανα δυο κουβέντες ακόμη και το γυρίσαμε στα ελληνικά για τη χώρα που είχαν φύγει.

Και είχαν τόσα πολλά να πούνε, την ώρα που οι γυναίκες τους κοίταζαν τα έπιπλα. Διάλεγαν τα έπιπλά τους!

Ναι. Με την επιστροφή στην πατρίδα αγόρασαν τελικά όλα τους τα έπιπλα από εμάς!

 

Και μετά σου λένε ότι μάθεις καλό είναι.

Ηταν εκείνο το φτηνό βιβλιαράκι με τα Σουαχίλι που είχα βαλθεί να μάθω.

 

Κυρ Κώστα τι ώρα είναι;

Η τελευταία μου ώρα στο μαγαζί και υπολογήσαμε τα ποσοστά μου ήταν καλά λεφτά.

Διπλοπροσωπία


 

Ωραίο το διαμέρισμα στην Κυψέλη. Πολύ μεγάλο και το μοιραζόμουν με άλλους δύο κολλητούς μου. Αυτοί όμως μένανε με τους γονείς τους και μαζευόμασταν μόνο για διάβασμα και κοινωνικές δραστηριότητες. Αντρο ακολασίας. Κοινόβιο και κοινογυναικωνίτιον του κερατά.


Και έπαιρνα μια μέρα μια φίλη την Λίνα  στο Κουκάκι και βούιζε, βούιζε, βούιζε.


-Με ποιον μίλαγες.

-Με την Γεωργία.


-Ποια Γεωργία καλέ;


-Τη Γεωργία στη Φωκίωνος Νέγρη. Αν δεν μ,ε πιστεύεις πάρε τηλέφωνο (από 86 δεν αρχίζανε;) και ρώτησε την.


-Φωκίωνος Νέγρη; Σιγά κιαι μην δεν έπαιρνα.


Προσποιήθηκα λάθος. Ημουν ο Πέτρος και το ίδιο απόγευμα βγήκαμε.


-Κάποιος Πέτρος πήρε τη Γεωργία μόλις κλείσαμε. Μήπως έδωσες το τηλεφωνο στο φίλο σου τον Πέτρο.


-Όχι βέβαια. Σύμπτωση.


Και αρχίζω να βγαίνω και με τις δύο στενές φιλενάδες.


Οι οποίες βέβαια αρχίζουν και ψυλλιάζονται τη δουλειά. Εγώ όμως που ψυλλιάζομαι ότι ψυλλιάζονται παίρνω την ταυτότητα του Πέτρου και την βάζω στο τσεπάκι του πουκαμίσου.


Κι όπως είχα προβλέψει την πιάνει η Γεωργία και διαβάζει


-Σε λένε και Ιορδάνη;


Μέγας είσαι κύριε από το νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο με τον Πέτρο μαζί και δεν ήξερα ότι ήταν Πέτρος-Ιορδάνης.


Και της την βούτηξα και την έβαλα πίσω στην τσέπη πριν ασχοληθεί με την φωτογραφία.


Ωπως το είχα προβλέψει τον ίδιο έλεγχο έκανε και η Λίνα στη δική μου ταυτότητα.


Μέγκλα. Κι αρχίζει μια συναρπαστική περιπέτεια.


Ο Γιάννης με την Λίνα και ο Πέτρος με τη Γεωργία.


Και να δεις που πόσο θέλαμε όλοι να βρεθούμε.


Κι αυτός ο Πέτρος ήταν απρόβλεπτος. Το τι μου μετέφερε εμπιστευτικά η Λίνα δεν λέγεται. Όλα της τα έλεγε η Γεωργία. Αλήθειες αλλά και φοβερές ανακρίβειες. Και αντιστρόφως.


-Αχ Πέτρο μου.


-Δεν με λένε Πέτρο. Αμάν!


-Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να σε λέω αλλιώς.


Όταν πια είχε αποκαλυφθεί η διπλοπροσωπία μου.


Πως έγινε; Είναι μεγάλη ιστορία.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Η αλάνα



Τότε διαβάζαμε γμτ. Και διαβάζαμε πολύ. Μπούχτιζα και τα παρατούσα να βγω έξω για να …ξεμπουχτίσω.
Συνήθως περπατούσα από την Τήνου προς την Ευελπίδων. Ετσι κι εκείνη την ημέρα βρέθηκα να επεξεργάζομαι στο μυαλό μου τα θεωρήματα του Απειροστικού Λογισμού στην Αλάνα της Σχολής Ευελπίδων.
Κοίταζα μερικά πιτσιρίκια που έπαιζαν γκαζάκια.
Ευχαριστημένος για την πρόοδο της μελέτης κείνης της ημέρας ήμουν σε καλή διάθεση. Όλα τα έβλεπα ρόδινα και όμορφα. Ακόμη κι αυτά τα αγγελούδια που έβαζαν τα γκαζάκια (γυάλινους βώλους) στη σειρά και μετά από κάποια απόσταση προσπαθούσαν να τα πετύχουν με μια άλλη γκαζά.
Ηταν τόσο όμορφη στιγμή. Μια όαση αθωότητας.
-Μπαζ!
-Κολόμπαζο! Φωνάζει ο άλλος. Ορος δόκιμος για το αντίθετο του μπάζ (πρώτη και τελευταία γκαζά στη σειρά).
Υπήρχαν όμως αντιρήσεις:
-Αντε και @@μήσου ρε @@λάκα.
-Εσύ που @@@@θηκες τι κατάλαβες;
-Του @@λου σου τη γλύκα.

Μια όαση αθωότητας. Τα αγγελούδια.
Γαμώ την ατυχία μου!

Το τάβλι



Από την μέσα μεριά της Τήνου στην Κυψέλη. Στον ακάλυπτο χώρο που έβλεπαν 3-4 πολυκατοικίες.
Βραδάκι, καλοκαιράκι, ζέστη. Ραδιόφωνα, φωνές, στριγγλιές, παιδιά, γατιά και όλα τα καλά.
Και όσο περνάει η ώρα κατεβαίνουν τα ντεσιμπέλ, μένουν μόνο οι πιρουνιές μαχαιριές και κουταλιές στα πιάτα και αυτά που λένε οι βραδινοί συνδαιτυμόνες των μπαλκονιών.
Και μετά απόλυτη ησυχία. Μόνο τικ τικ τακ και μετά ένα δυνατό ΤΑΚΤΑΚ! Και πάλι απ την αρχή.
Τα ζάρια. Τικ τικ τάκ. Ντόρτια, λίγα δευτερόλεπτα σκέψης και μετά τα πούλια να προσγειώνονται θορυβωδώς στην καινούργια τους θέση στο τάβλι ΤΑΚΤΑΚ!
Αμίλητοι οι παίκτες, μόνο τα ζάρια και τα πούλια.
Και ξαφνικά μια δυνατή υστερική γυναικεία φωνή:
-Σταματήστεεεεε!
Ο ήχος των ζαριών + πουλιών μέσα στο τάβλι που κλείνει και όνειρα γλυκά γλυκιά παλιά Κυψέλη.

Ο Παττακός



Κυψέλη, οδός Τήνου, καλοκαίρι του 1967. Και πάνω στην καλύτερη ώρα της μεσημεριανής σιέστας πέρναγε ένας μανάβης με τη σούστα του (και το γαϊδουράκι του) τότε.
-Ελα να πάρεις καλές ντομάτες! Εχω καλά καρπούζια!
Και ήταν και μπάσος γμτ.
Μια μέρα όμως δεν άντεξε κάποια και βγαίνει στο μπαλκόνι:
-Σας παρακαλώ κύριε. Δεν είναι κατάσταση αυτή κάθε μεσημέρι.
-Γιατί ρε μανταμίτσα. Σε ξυπνήσαμε;
-Ναι
-Βρε άντε και (μπιπ)
-Α, θα πάρω το εκατό. Περίμενε.
-Τι σου έκανε ο Παττακός; Γιατί τον βρίζεις;
Ετσι ακριβώς της φώναξε.
Κι ακούστηκαν τα ρολά (που είχαν τότε οι μπαλκονόπορτες) να κατεβαίνουν

Παρκάρισμα



Στην Τήνου στην Κυψέλης. Μόλις είχα βγει και ακούω ένα ‘μπαμ’ πίσω μου.
Προσπαθούσε ένα ζευγάρι να παρκάρει το αμάξι του σε μια Κυψέλη που τότε το παρκάρισμα δεν ήταν πρόβλημα με τα λίγα ΙΧ.
Είχαν χτυπήσει ένα άλλο παρκαρισμένο αμάξι και η γυναίκα του που είχε κατέβει να δει τις ζημιές τον έβριζε κανονικά.
Εκανα χάζι, αλλά όταν τους είδα ότι ετοιμαζόντουσαν να φύγουν
-Στοπ! Αν δεν αφήσετε σημείωμα για τη ζημιά που του κάνατε θα το κάνω εγώ.
-Τι λες ρε μάγκα; Για δες τι έπαθα εγώ;
-Μπά; Ας πρόσεχες.
-Ναι αλλά μας είχε από το δεξιό μέρος του.
Διαβασμένη η κυρά του…

Ο μπάτσος



Α, τον καιρό εκείνο το αμάξι ήταν μεγάλη υπόθεση.
Ηταν λοιπόν ένας τύπος στην Οδό Τήνου που έμενα που νύχτα μέρα κατέβαινε για να επιθεωρήσει το Φολκσβάγκεν του.
-Αμάν ρε αδελφάκι μου. Τράβα απάνω στη γυναικούλα σου μην πάει κανένας  άλλος.
Και μια μέρα, μια νύχτα δηλαδή, μου χτυπάει το κουδούνι.
-Σε παρακαλώ βοήθησε με να κουνήσουμε μια μοτοσικλέτα.
Είχε παρκάρει κάποιος τη μηχανή του σχεδόν κολλητά στο VW του και αυτό τον χάλαγε.
Εβαλα λοιπόν ένα χεράκι και απάνω που την σπρώχναμε να το 100.
Κατέβηκαν οι μπάτσοι και «Τι κάνετε εδώ; ποιανού είναι οι μηχανή;» και τέτοια.
Ηταν τόσο αστείοι που έβαλα τα γέλια.
Και χραπ! Τρώω μια σφαλιάρα.
-Γιατί με χτύπησες; Πάμε στο τμήμα!
Ο φίλος μου να τρέμει. Να παρακαλάει να φύγει.
-Όχι θα έρθεις και συ για μάρτυρας ότι με χτύπησε.
1967, φοιτητής και «πάμε στο τμήμα»;
Ποιος είδε το μπάτσο και δεν φοβήθηκε.
-Πάμε στο τμήμα ρε κερατά. Θα φτύσεις το γάλα της μάνας σου.
-Θα δεις τι θα πάθεις
-Θα μάθεις να συμπεριφέρεσαι.
-Τι έγινε δηλαδή.
-Τι σε ρώτησα; Αν είναι δικιά σου η μηχανή.
-Ντάξει με προκάλεσες, όμως
-Ελα τώρα δεν έγινε τίποτε. Παραφέρθηκα.
-Συγνώμη. Αστο να πάει στο διάολο.
-Σε παρακαλώ. Μπορούν να το κάνουν θέμα σε βάρος μου.
Και να έχεις τον VWάκια να λέει:
-Νόμιζε πως θα τον φοβηθούμε

Το ταξί



Κι ανέβαινα, τότε την Κυψέλης μ ένα ταξί όταν ξαφνικά ένας βλάκας παραβιάζοντας το στοπ από την Τροίας πέφτει στο πλευρό του ταξί και το κάνει λαμπόγυαλο.

 Η πλάκα όμως ήταν που κατέβηκε κάτω και προσπάθησε να πιάσει από τον λαιμό τον ταξιτζή φωνάζοντας:

-Που πας ρε; Που πας;

Ατάραχος ο δικός μου δεν απαντούσε και έδειχνε σαν να συνειδητοποιούσε το ‘λάθος’ του.

-Κοίτα πως μου έκανες τα αμάξι μου παλιοταρίφα! Να φωνάξεις αμέσως την ασφάλειά σου.


-Καλά ρε.  Γιατί τον αφήνεις έτσι; Λέω στον ταξιτζή.

-Κοίτα να δεις. Το αυτοκίνητο θα μένει στο φαναρτζή 2-3 βδομάδες. Θα χάσω τόσα μεροκάματα. Αλλά τέτοιο νούμερο δεν έχω ματαδεί.
Και απευθυνόμενος στον μπετόβλακα.

-Ντάξει δίκιο έχεις. Για να μη το χάσεις όμως να φωνάξουμε τώρα και το 100.

Το θυμήθηκα πριν λίγο καιρό όταν μπούκαρα σ ένα στενό μονόδρομο ανάποδα και έπεσα πάνω σε ένα τριαξονικό.

-Που πας ρε; Που πας; Μιμήθηκα τον βλάκα της οδού Τροίας.


Τα έχασε. Του γέλασα και εξαφανίστηκα.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Το παγκάκι





Πριν καμιά εικοσαριά χρόνια προσπαθούσα να φτάσω στη Ραφήνα μια Κυριακή πρωί σε μια πηγμένη στα ΙΧ παλιά Μαραθώνος. Από τη (θυμάστε;) γέφυρα του Σταυρού της Αγίας Παρασκευής μέχρι το Χάνι του Σκορδά στο Πικερμι πηγαίναμε με πρώτη δευτέρα ταχύτητα. Και πάντα δίπλα μου ή μερικά μέτρα πίσω μου ή μπρός μου ένα παγκάκι. Ένα από εκείνα τα παλιά κλασικά παγκάκια με το μαύρο μαντεμένιο σκελετό του και τα πράσινα ξύλα του. Ηταν προσεκτικά δεμένο στην σχάρα ενός ΙΧ και προφανώς πήγαινε για εγκατάσταση στο κτήμα τους. Φαίνεται ότι είχε αναπαύσει κόσμο και κόσμο, αλλά ακόμη είχε ζωή. Δεν τα είχε φάει τα ψωμιά του. Ισως ένα βαψιματάκι και ένα καλό πάκτωμα. Εβλεπα τα πόδια του που ήταν ακόμα τα ίχνη του χώματος της προηγουμένης τοποθεσίας του.
Κι εκεί στην στροφή μετά το Ξενοδοχείο ΠΙΚΕΡΜΙ που η χούντα είχε μαντρώσει πολιτικούς Γεώργιο Παπανδρέου Μητσοτάκη και λοιπούς την 21η του 1967 ή εκεί που οι ληστές το 1870 βούτηξαν τους  Λόρδους που μόλις είχαν φάει στο χάνι του Σκορδά και συνέχιζαν την εκδρομή τους στο Μαραθώνα. Ξεφτιλίστηκε  η Ελλαδίτσα μας τότε, όταν μάλιστα μερικές μέρες αργότερα τους έσφαξαν όλους στο Δήλεσι.
Αυτά σκεπτόμουν και είχαμε κολλήσει κανονικά. Και το παγκάκι δίπλα μου. Και οι εντός του ΙΧ απορούσαν που το κοίταζα έτσι επίμονα. Ε, κάτι έπρεπε να τους πω:
-Ποιος Δήμαρχος το κλαίει;
Και έσκασαν στα γέλια. Οι κλέφτες. Εκεί που οι ληστές κτλ

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Psyχώ



Με το που μπήκα πιτσιρικάς στην Ολύμπια (Κινηματογράφος, σουπερ μάρκετ σήμερα) στο Παγκράτι βλέπω μια άδεια θέση μπροστά. Κάθομαι και με την περιστροφική μου όραση προσπαθούσα να δω αν συνοδεύεται η διπλανή μου.
Κι όταν ακούμπησα το χέρι μου στο κάθισμα ένοιωσα ότι μάλλον η παλάμη μου ήταν πάνω από τη δικιά της. Μπορεί όμως να ήταν και το χώρισμα των καθισμάτων. Επρεπε να το τσεκάρω.
Έσφιξα ελαφρώς τα δάχτυλά μου και αμέσως άρχισε να ουρλιάζει! Φώναξαν κι οι διπλανοί μας και μετά κι άλλοι στις άλλες σειρές.
Πανικοβλήθηκα και έγινα πύραυλος. Την ώρα όμως που έβγαινα τρέχοντας από την αίθουσα και είδα ότι όλοι μα όλοι ούρλιαζαν, κατάλαβα την ατυχία μου. Ηταν εκείνη η τρομακτική σκηνή 

στην ταινία «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ που αρκετοί θεατές σε όλο τον κόσμο είχαν υποστεί καρδιακή προσβολή.